TO  MΠΟΥΖΟΥΚΙ  ΚΑΙ  Ο  ΡΟΛΟΣ  ΤΟΥ  

ΣΤΗΝ  ΙΣΤΟΡΙΑ  ΤΟΥ ΛΑΪΚΟΥ  ΜΑΣ  ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ

 

all_steps.gif

 

 

του Κωνσταντίνου Ν. Θώδη, συγγραφέα - σύγχρονου ιστορικού ερευνητή

 

 

 

 

 

  

    Εισαγωγή

                                                                                                 

Το  μπουζούκι   ως   γνήσιo   μουσικό  λαϊκό   όργανο  διαχρονικά  χαρακτηρίζει  την  ανατολική  μουσική.  Στο  ''Λεξικό  της  Νέας  Ελληνικής  Γλώσσας''  του  Γ. Μπαμπινιώτη 2006  αναφέρεται ως  έγχορδο λαϊκό όργανο  με ωοειδές  ηχείο, μακρύ μπράτσο και 3 ή 4  διπλές χορδές.  Ετυμ. <τουρκ. bozuk>.  Ανήκει  στην ομάδα  των οργάνων με  μακρύ Λαιμό,  όπως το  σάζι  και ο ταμπουράς. Η  λέξη  bozuk  σημαίνει  σπασμένος, ζαρωμένος  και  προφανώς  αναφέρεται  στις αλλαγές που υπέστη το όργανο από την Ανατολική  και Κεντρική  Ασία. Προέρχεται  από  τα  όργανα  της  Αρχαίας  Περσίας  και  του  Βυζαντίου. Οι  πρόσφυγες   από   τη   Μικρά   Ασία  το  1922   φέρνουν   το  ούτι   που   πολύ  γρήγορα αντικαταστάθηκε  από  το   μπουζούκι.  Έτσι  τα  σμυρναίικα  επηρεάζουν το   ρεμπέτικο  τραγούδι*. Ο  μπαγλαμάς   και   ο  τζουράς  είναι   μικρά   όργανα  και  προέρχονται   από  το μπουζούκι.  Ο  μπαγλαμάς,  ο  τζουράς  και  το  μπουζούκι  αποτελούν  τη  βασική  ορχήστρα  της  ρεμπέτικης  μουσικής  κομπανίας.

 

 

 

 

                           

 

 

      μπουζούκι                                      τζουράς                                        μπαγλαμάς

 

 

 

 

 

 

                                        

 

 

 

                         σάζι                                     ταμπουράς                                         ούτι

 

 

 

Ο  Μάρκος  Βαμβακάρης  από  τη  Σύρα  έμαθε   μπουζούκι  από   έναν  Αϊβαλιώτη   το  μπάρμπα - Νίκο.  Αυτός ο Φραγκοσυριανός, που  αποκλήθηκε  «πατέρας  του  ρεμπέτικου» - γεννήθηκε  το  1905  -  μαζί   με   τον   Ανέστο   Δελιά  από   τη   Σμύρνη,  τον  Γιώργο  Μπάτη  από  τον Πειραιά   και   τον  Στράτο  Παγιουμτζή  από   τη   Μ. Ασία   ύπήρξαν  οι γεννήτορες   του   ρεμπέτικου .  Αρχικά   το   μπουζούκι   έφερε   3   ζεύγη    χορδών   κουρδισμένες   σε   τόνους  ΡΕ - ΛΑ - ΡΕ. Αργότερα  απέκτησε  και  4ο  ζεύγος    και   κούρδισμα ΝΤΟ - ΦΑ - ΛΑ - ΡΕ . Στην  Ανατολία   τα   κουρδίσματα   άλλαζαν   ανάλογα   με   το  μουσικό  δρόμο  της  μελωδίας.  Το  μπουζούκι   έχει   σχήμα,  διαστάσεις  και  διάταξη   χορδών εδώ   και  δυόμισι  χιλιάδες  χρόνια.  Πέρασε  από  τους  αρχαίους  Έλληνες  στο  Βυζάντιο,  διατηρήθηκε    στην  Τουρκοκρατία  και  έφτασε  ως  την  εποχή  μας.

Οι  παραλλαγές  του  φέρουν  τα  ονόματα  :  πανδούρα,  τρίχορδον,  ταμπουράς,  ψαλτήριον,  μπουζούκι  κ.ά.

 

                                                                                                                                                                                            

Χαρακτηριστικοί   είναι  οι  στίχοι  του  τραγουδιού :

 

«... Μες  στο  μαχαλά,  πέφτει  κουμπουριά,

οι  Ζεϊμπέκηδες  χορεύουν  στου  Ντελή  Θρακιά.

Καίγεται  ο  ντουνιάς,  σπάει  ο  ταμπουράς,

σπάει από το σεβντά του κι ο Ντελή Θρακιάς...»

 

 

 

 

Tο  ρεμπέτικο*  που ταυτίστηκε  με  το  μπουζούκι  έγινε  η  αιτία   να   τελειοποιηθεί  το  όργανο   αυτό   στα   χέρια   μεγάλων  δεξιοτεχνών  όπως :

ο  Μάρκος  Βαμβακάρης,   ο  Γιάννης  Παπαϊωάννου,  ο  Μανώλης  Χιώτης,  ο  Γιώργος  Μητσάκης,  ο  Βασίλης  Τσιτσάνης  και  άλλοι.

 

 

 

      

 

                                                                                                 ο  Μάρκος Βαμβακάρης              ο  Μανώλης Χιώτης                    ο  Βασίλης Τσιτσάνης  με  το  Στέλιο Καζαντζίδη

 

                                                                                                                                                                                                                                                      

 

Και  επειδή  τραγούδι  δεν νοείται χωρίς χορό, ο ζεϊμπέκικος  είναι ο κατ' εξοχήν χορός των ρεμπέτικων.

 

 

Χαρακτηριστικοί είναι  οι  στίχοι του τραγουδιού  :

 

 

«Παίξε,Χρήστο, το μπουζούκι,

ρίξε  μια  γλυκιά  πενιά,

σαν  γυρίσω  το  κεφάλι,

γύρνα το στη ζεϊμπεκιά...»

 

 

 

 

Οι  καθεαυτού  μάγκες  προτιμούν  το  γιουρούκικο - βαρύ  ζεϊμπέκικο - που   τον  χορεύουν   σέρτικα  σχεδόν  ακίνητοι .  « Ο  μάγκας   είναι   άντρας   σεμνός,  καλοντυμένος  και μοναχικός.  Δεν  είναι  επιδεικτικό  κουτσαβάκι  κι  αλανιάρης ...»   όπως   γράφει   ο   Διονύσης   Χαριτόπουλος   στο   άρθρο   του  στα  ''Νέα''  στις   14.09.2002. Μετά  τη  Μικρασιατική  Καταστροφή στα μεγάλα   αστικά  κέντρα, κυρίως  λιμάνια,  όπως   η  Πόλη,  η  Σμύρνη,  ο  Πειραιάς  και  η  Θεσσαλονίκη,  ο ελληνισμός  ζει και δημιουργεί. Μέσα  στα  μεγάλα  αυτά  αστικά  κέντρα  εκδηλώνεται και ένα  περιθωριακό κύκλωμα. Είναι  οι  επονομαζόμενοι  μάγκες. Ο καθένας  διαθέτει  εκτός από  τα  μέλη  της  συμμορίας του  και  έναν  μουσικό, ο  ρόλος  του οποίου  είναι  να  εξυμνεί και να  προβάλλει τη  φήμη του αρχηγού. Είναι ο γνωστός  ρεμπέτης. < ρέμβομαι = ατενίζω άσκοπα περιφέρομαι.> Κάθε  μάγκας  έχει  το  στέκι  του.  Είναι  ένας  καφενές  ή  μια  ταβέρνα. Είναι ο  χώρος  σύνθεσης των ρεμπέτικων τραγουδιών. Εκεί  φτιάχνονται  το  μπουζούκι, ο μπαγλαμάς και ο τζουράς  , τα  μουσικά  όργανα  του   ρεμπέτη . Καπνίζουν   αργιλέ  στους  τεκέδες  που  είναι  τα  ιερά   τεμένη  των  Δερβίσηδων. Συχνά  στα τραγούδια του Μάρκου  ακούμε  τους θαμμώνες  να  του  φωνάζουν  «Γεια  σου  Μάρκο  Δερβίση ! »

 

 

Χαρακτηριστικοί  είναι  οι  στίχοι  του  ρεμπέτικου  τραγουδιού  :

 

 

 

«Χρόνια  μες  στη  Τρούμπα                        Είμαι  παιδάκι  έξυπνο

   μαγκίτης  κι  αλανιάρης.                               παίζω  και  μπουζουκάκι.

           Ρώτησε  να  μάθεις                                      Όλος  ο  κόσμος  μ ' αγαπάει

   κι  ύστερα  να  με  πάρεις.                           γιατί  είμαι  συριανάκι...»

 

 

 

 

Mε  τον  ερχομό  των  προσφύγων  το  1922  στην   Ελλάδα,  οι   Μικρασιάτες  φέρνουν  μαζί   τους  τον  πολιτισμό  τους.  Στην Αθήνα και  τον Πειραιά  το  σμυρναίικο  τραγούδι  κυριαρχεί. Εκεί   περνά   όλη   η   μαγκιά   της  Σμύρνης  και  της  Πόλης. Έτσι  αρχίζει  να  εμφανίζεται  το  σύγχρονο  λαϊκό  τραγούδι.  Έτσι  εμφανίζεται  το  μπουζούκι  που  δεν  είναι  παρά  ένα  σάζι, ένας ταμπουράς που στη θέση των κινητών  μπερντέδων - διαχωριστικά  ελάσματα στο μανίκι  του  μπουζουκιού - έχει  τα σταθερά  τάστα. Αυτό του αφαιρεί το πλεονέκτημα να  αποδίδει  τα μόρια - υποδιαιρέσεις των τόνων - που αποτελούν το  χαρακτηριστικό  γνώρισμα  του ανατολικού  ήχου. Έτσι το μπουζούκι αρχίζει να γίνεται δημοφιλές  όργανο. Οι ρεμπέτες εγκαταλείπουν σιγά  - σιγά  τους τεκέδες και εμφανίζονται  σε  ταβέρνες  ως  πλανόδιοι  μουσικοί  δημιουργοί. Στις  αρχές  της  δεκαετίας  του  '30  ο  Μ. Βαμβακάρης  δημιουργεί  ορχήστρα με  μπουζούκια. Ο  Ανέστος  Δελιάς  ήταν   ο  σολίστ  της  κομπανίας, ρεμπέτης  του  Μάγκα  Νίκου  Μάθεση.  Γνωστός  μάγκας  της  εποχής  ήταν  επίσης  ο  Γιώργος  Μπάτης.

 

 

Χαρακτηριστικοί είναι οι στίχοι του τραγουδιού :

 

 

«Ο  πατέρας  μου, ο Μπάτης,

ήρθε απ' τη  Σμύρνη το Εικoσιδυό

κι  έμεινε  πενήντα  χρόνια

σ' ένα  κατώγι νηστικός... »

 

 

 

 

 

  

 

Η  προκυμαία της Σμύρνης                                                        Η  εκκλησία του Αγίου Γεωργίου

 

 

 

Συνοικία της Σμύρνης, το 1922

 

 

 

Mεγάλος  σολίστ  της  εποχής  ήταν  επίσης  ο Απόστολος   Χατζηχρήστος. Αρχίζουν  οι   πρώτες  ηχογραφήσεις  δίσκων  με  τους   Γιάννη  Παπαϊωάννου, Βαγγέλη  Παπάζογλου, Γιοβάν ΤσαούςΜπαγιαντέρα,  Παναγιώτη  Τούντα  κ.ά.  Με  την  παρουσία  του  Βασίλη  Τσιτσάνη  στο  πάλκο το  λαϊκό  τραγούδι  αλλάζει  φυσιογνωμία . Η  Σωτηρία  Μπέλλου,  η  αρχόντισσα του  ρεμπέτικου με  τη  δωρική   φωνή  της  θα  ερμηνεύσει  με  τον  ωραιότερο  και  λυρικότατο  τρόπο  πολλά  από τα  τραγούδια  του  Τσιτσάνη. Αργότερα ο μεγάλος σολίστ Μανώλης Χιώτης    μετατρέπει    το   μπουζούκι    σε   οχτάχορδο. Αυτό  διευρύνει  τις   δυνατότητες   του    οργάνου   για   αυτοσχεδιασμούς.  Μεγάλοι  δεξιοτέχνες του  μπουζουκιού  εμφανίζονται. Γιώργος  Μητσάκης,  Γιώργος  ΖαμπέταςΔερβενιώτης,  Καλδάρας   κ.ά.  Στις  αρχές  της   δεκαετίας  του  '50   ο  Γιάννης   Παπαιωάννου    δίνει  το  τραγούδι  του  “οι  βαλίτσες”  να το   τραγουδήσει  ένα  παιδί, που  αργότερα   θα  σήμαινε  την  αρχή  του  τέλους  του  ρεμπέτικου. Αυτό  το παιδί,  δεν   ήταν  άλλο, από   το   πιο   λαμπρό   αστέρι   στην   ιστορία   του ελληνικού   λαϊκού  τραγουδιού,  ο  ανεπανάληπτος   και   μοναδικός,  ο  μεγαλύτερος  τραγουδιστής   όλων  των  εποχών, ο  Στέλιος  Καζαντζίδης.

 

 

                                                                                                 

    

 

                                                                                                                                                ο  Στέλιος Καζαντζίδης                           στίχοι  με  ...νόημα

 

 

 

 

ο  Στέλιος  με  το  Θανάση  Πολυκανδριώτη  στο  studio

 

 

 

Μετά τον εμφύλιο η  χώρα  τσακισμένη   πολιτικά,  οικονομικά  και  ηθικά,  υπόδουλη  της   αποικιοκρατίας  αναδεικνύει   τις  νέες  τάξεις  της  οικονομικής   ζωής . Το  τραγούδι μετατρέπεται   σε   αστικό,  ενώ   αλλάζει   η θεματολογία  του, προσαρμοσμένη  στα  προβλήματα  της  ζωής.  Πολλοί  Έλληνες  μεταναστεύουν  στις   «φάμπρικες  της  Γερμανίας και  στου  Βελγίου  τις  στοές ».  H  λαϊκή  ορχήστρα  κάνει  την  εμφάνισή  της  με  καινούργια  μουσικά  όργανα  όπως  : το   βιολί,  το   ακορντεόν,  η   κιθάρα,  το   κλαρίνο,  το   πιάνο,   ενώ   το   8χορδο   μπουζούκι   ανέρχεται.

 

 

Χαρακτηριστικοί  είναι   οι   στίχοι  του  τραγουδιού  της   Σωτηρίας  Μπέλλου  :

 

 

« ...Ο  Μάρκος  Βαμβακάρης  θα  είναι  ο  αρχηγός,

Τσιτσάνης  ως  μαέστρος  γιατί  είναι  πονηρός.

Η  Σωτηρία  Μπέλλου  γλυκά  θα  τραγουδά

και  ο  Παναγιωτάκης  θα  παίζει  μπαγλαμά...

 

 

...Κιθάρες  και  μπουζούκια, βιολιά  πρώτης  γραμμής

κι  ο  Παπαϊωάννου  στην  πόρτα  για  νταής.

Καλδάρας και Κλουβάτος  θα  παίζουν στο μπουφέ

Κι  ο  Στράτος  ο  τεμπέλης  θα  ψήνει  τον καφέ...»

 

 

 

Κορυφαίοι  συνθέτες θα γράψουν  για  το Στέλιο  Καζαντζίδη  τα καλύτερα  τραγούδια  τους. Οι μεγαλύτερες ελληνίδες  τραγουδίστριες  θ' ανέβουν  στο  πάλκο δίπλα  του  σαν 2η  φωνή. Οι  μεγαλύτεροι δεξιοτέχνες  του  μπουζουκιού   θα  δείξουν  τις  ικανότητές  τους σε  τραγούδια,  τα  καλύτερα  του  λαϊκού τραγουδιού  που ο  ίδιος,  ή  μαζί  με τη Μαρινέλλα, ερμηνεύει. Ο  αγαπημένος  του   Στέλιου,  Γιάννης   Παλαιολόγου,  ο  Χρήστος  Νικολόπουλος  κ.ά. Μεγάλοι  και   οι  στιχουργοί  αυτών  των  τραγουδιών. Η   μεγάλη  Ευτυχία  Παπαγιαννοπούλου, ο X.  Βασιλειάδης, ο   Κ.  Βίρβος, ο  Πυθαγόρας, ο   Άκης   Πάνου,  ο  Στ. Κουγιουμτζής  κ.ά. Λόγιοι  συνθέτες  αναζητούν   τον  ιδανικό  ερμηνευτή, τον οποίο  βρίσκουν στο πρόσωπο του Στέλιου   Καζαντζίδη ,  όπως   οι   Μάνος  Χατζιδάκης   -  “Ποτέ  την  Κυριακή”  με   το   Γιώργο  Ζαμπέτα   στο   μπουζούκι,  “Στέλλα” με   το   Βασίλη   Τσιτσάνη  - Μίκης   Θεοδωράκης “Πολιτεία”   και   “Επιτάφιος”  με     το    Μανώλη  Χιώτη.   Παράλληλα   οι    συνθέτες    μελοποιούν   τον    ποιητικό   λόγο    στο   λαϊκό  τραγούδι .   Στίχοι   του    Κώστα   Βάρναλη ,  του Γιώργου   Σεφέρη ,  του    Οδυσσέα   Ελύτη   κ.ά.    αποδίδουν    μεγάλα    τραγούδια .  Ο  Τάσος  Λειβαδίτης  και   ο  Δημήτρης  Χριστοδούλου  συνεργάστηκαν    με   το   Γιώργο   Ζαμπέτα. Όμως  ο   Στέλιος  Καζαντζίδης   απροσδόκητα   το   1975   σταματά  τις  ζωντανές  εμφανίσεις   του   μετά   το   δίσκο   του   “Υπάρχω ”. Όμως  και  πολλοί   δεξιοτέχνες  του  μπουζουκιού, όπως  ο   Δερβενιώτης ,  ο   Ζαμπέτας,  ο  Καλδάρας  και  πολλοί  άλλοι  εγκαταλείπουν, με  αποτέλεσμα  το λαϊκό τραγούδι  να  “αργοσβήνει”  και  να  εισέρχονται  στο  χώρο του λαϊκού μας   τραγουδιού   άνθρωποι, που  με  ελάχιστες  εξαιρέσεις, αλλοίωσαν  τη  φυσιογνωμία  του  και   το  απομάκρυναν  από  τα  γνήσια   λαϊκά  στρώματα.  Μια  από  αυτές  τις φωτεινές εξαιρέσεις  των  ημερών  μας   ήταν  και   ο  σολίστ   και   δάσκαλος   του   μπουζουκιού,  ο  Γιάννης  Παλαιολόγου. Ο   Γιάννης   Παλαιολόγου   ήταν   ο   άνθρωπος   που   συνέχισε   τη   μουσική   παράδοση  των   αδελφών  Βαμβακάρη   στην   Παλιά   Κοκκινιά,  τα  Άσπρα  Χώματα  και    τον  Πειραιά. Ο    Γ.  Παλαιολόγου   είχε   συνεργαστεί   με   όλες   τις   μεγάλες   μορφές  του   λαϊκού  μας  τραγουδιού  :  Στέλιος  Καζαντζίδης,  Μαν. Αγγελόπουλος,  Πόλυ Πάνου,  Καίτη Γκρέυ, Πάνος Γαβαλάς,   Στράτος   Διονυσίου,  Μιχ.   Μενιδιάτης  κ.ά.  Θεωρείτο  ένας    από    τους   μοναδικούς   σολίστες   του  μπουζουκιού.  Ήταν   ο   αγαπημένος  του  Στέλιου   Καζαντζίδη. Είναι γνωστό   το    επιφώνημα   του   Στέλιου   “Γεια  σου  Γιαννάκη  Παλαιολόγου!”   Γεννήθηκε   στις   27   Ιουνίου   1944   στα   Άσπρα   Χώματα   της   Παλιάς  Κοκκινιάς .  Ήταν  γιος   του Μανώλη   και   της    Ρόζας    Παλαιολόγου ,  αδελφής  των  Μάρκου  και  Αργύρη  Βαμβακάρη. Οι  παλιοί   ρεμπέτες   μαζεύονται    συχνά  στο  παραδοσιακό  καφενείο   του   Γκίκα  στη λεωφόρο  Θηβών  και   θυμούνται   το  Γιάννη   που  ξεκίνησε   να   παίζει  μπουζούκι   στο  κέντρο  “Μαντουμπάλα”.

 

 

Χαρακτηριστικοί  είναι  οι  στίχοι  του  τραγουδιού  :

 

 

          «Σε  διώξαν  απ '  την  Κοκκινιά             Εδώ  να  κάτσεις  φρόνιμα                       Στη  Δραπετσώνα  τα  'φαγες ,

          γιατί  το  ' χες  παρακάνει                     τ'  ακούς  ξεμυαλισμένη                            στου  Παύλου  και  στου  Γκίκα.

          και στο Χατζηκυριάκειο, άμυαλη,         γιατί  αν ήρθες για  μαλλί, άμυαλη,           Και  στα ταμπούρια του Μηνά, του φουκαρά,

          άρχισες  το  σεργιάνι.                           θα  φύγεις  κουρεμένη.                             που  του  'μεινε  η  γλύκα …»

 

 

 

                    

 

Ο  Γιάννης  Παλαιολόγου

 

 

 

  Στο τραπέζι που τα πίνω - mp3

 

       Στίχοι  :  Ευτυχία  Παπαγιαννοπούλου

Μουσική  :  Γιάννης  Παλαιολόγου

Ερμηνεία  :  Στέλιος  Καζαντζίδης

 

 

Ήταν μόλις 16  ετών, όταν γνωρίστηκε  με  τον  Στέλιο  Καζαντζίδη  και  τη  Μαρινέλλα. Στα  σχεδόν  50  χρόνια  της  λαμπρής  μουσικής  πορείας  του, ο  Γιάννης Παλαιολόγου, συμμετείχε  σε  εκατοντάδες   ηχογραφήσεις  γνωστών  λαϊκών τραγουδιών,  όπως :  “Γυρίζω  απ ' τη  νύχτα”,   “Αγριολούλουδο”,  “Η καρδιά  μου  ας  όψεται”, “ Άργησα  να  σε γνωρίζω”, “Κάτω  απ'  το  πουκάμισό  μου ”,  “Οι   αισθηματίες ”,  “Την  Παρασκευή  το  βράδυ”,  “O   ψαράς ”,   “Οι  Μάηδες  οι  ήλιοι  μου ”  με  το   Γιώργο  Νταλάρα, “Γυναίκες - γυναίκες”  με   τον   Στράτο   Διονυσίου, ενώ  ο  Στέλιος  τραγούδησε  το  “Παράπονο  του  μετανάστη”, “Oι  νέες  λαϊκές  δημιουργίες”, “Το  βαπόρι  απ' την  Περσία” του  Βασίλη  Τσιτσάνη  κ.ά.   Ο  Γιάννης   Παλαιολόγου  “έφυγε ”  νωρίς   στις  12  Ιουλίου  2008   σε   ηλικία   64   ετών.  Είναι  μεγάλο  το   κενό  που  άφησε  ο  χαμός   του   για το  λαϊκό  μας  τραγούδι.

 

 

 

   Π Η Γ Ε Σ

 

Μάρκος  Βαμβακάρης , Αυτοβιογραφία, Αγγελική Βέλλου – Κάιλ,  Εκδ. Παπαζήση, 1978

Δρόμος  για  το  ρεμπέτικο, Γκαίηλ   Χόλστ,  Εκδ. Ντενίζ  Χάρβευ, 1991

Ρεμπετολογία,  Ηλίας  Πετρόπουλος,  Εκδ.  Κέδρος, 1990

Η ιστορία του λαϊκού τραγουδιού,  Άρθρο του Θεόφιλου Σαρασίδη,  www.matia.gr

Portal :  Το  ρεμπέτικο - Το  λαϊκό  τραγούδι  σήμερα.  www.rembetiko.gr

Portal :  Tα  μουσικά  όργαναwww.mousiko-ergastiri.gr

Λεξικό  της  Νέας  Ελληνικής  Γλώσσας,  Γ. Μπαμπινιώτη, Κέντρο Λεξικολογίας, 2006

Αφιέρωμα για το Στέλιο Καζαντζίδη, Θωμά  Κοροβίνη,  Εκδ. Πανός.

 

 

 

 

 

 

all_steps.gif

 

            

 

 Ο ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΙΖΕΙ ΜΠΟΥΖΟΥΚΙ

 

 

    

 

 

 

                                                                                               

all_steps.gif

 

Copyright © Thodis N. Konstantinos, 2010

 

all_steps.gif

 

 

  BACK TO INDEX PAGE