Τ Ε Υ Χ Ο Σ I S S U E ʠ 3

N o v e m b e r 2 0 1 2

 

1 . Η Γέννεση της Τραγωδίας , Φρειδερίκος Νίτσε ( 1872 )

( απόσπασμα από το κεφάλαιο 15 )

FRIEDRICH W. NITSCHE

Nitsche7.gif

( Rocken , Leipzig 1844 Weimar 1900 )

 

 

115.png

... Αποδεδειγμένα σε κάθε περίοδο της εξέλιξής του ο δυτικοευρωπαϊκός πολιτισμός προσπάθησε να απελευθερώσει τον εαυτό του από τους Έλληνες. Η προσπάθεια αυτή είναι διαποτισμένη με βαθύτατη δυσαρέσκεια, διότι οτιδήποτε κι αν δημιουργούσαν, φαινομενικά πρωτότυπο και άξιο θαυμασμού, έχανε χρώμα και ζωή στη σύγκρισή του με το ελληνικό μοντέλο, συρρικνωνόταν, κατέληγε να μοιάζει με φθηνό αντίγραφο, με καρικατούρα. Έτσι ξανά και ξανά μια οργή ποτισμένη με μίσος ξεσπάει εναντίον των Ελλήνων, εναντίον αυτού του μικρού και αλαζονικού έθνους, που είχε το νεύρο να ονομάσει βαρβαρικό, ότι δεν είχε δημιουργηθεί στο έδαφός του. Mα ποιοι, επιτέλους, είναι αυτοί των οποίων η ιστορική αίγλη υπήρξε τοσο εφήμερη, οι θεσμοί τους τόσο περιορισμένοι, τα ήθη τους αμφίβολα έως απαράδεκτα και οι οποίοι απαιτούν μια εξαίρετη θέση ανάμεσα στα έθνη, μια θέση πάνω από το πλήθος ; Κανένας από τους επανεμφανιζόμενους εχθρούς τους δεν είχε την τύχη να ανακαλύψει το κώνειο, με το οποίο θα μπορούσαμε μια για πάντα να απαλλαγούμε απ' αυτούς. Όλα τα δηλητήρια του φθόνου, της ύβρεως, του μίσους έχουν αποδειχθεί ανεπαρκή να διαταράξουν την υπέροχη ομορφιά τους. Έτσι, οι άνθρωποι συνεχίζουν να νιώθουν ντροπή και φόβο απέναντι στους Έλληνες. Βέβαια, πού και πού, κάποιος εμφανίζεται που αναγνωρίζει ακέραιη την αλήθεια, την αλήθεια που διδάσκει ότι οι Έλληνες είναι οι ηνίοχοι κάθε επερχόμενου πολιτισμού και σχεδόν πάντα τόσο τα άρματα, όσο και τα άλογα των επερχόμενων πολιτισμών, είναι πολύ χαμηλής ποιότητας σε σχέση με τους ηνίοχους, οι οποίοι τελικά αθλούνται οδηγώντας το άρμα στην άβυσσο, την οποία αυτοί ξεπερνούν με αχίλλειο πήδημα ...

Tο πρώτο δημοσιευμένο έργο του Νίτσε (1844 -1900), " H Γέννεση της τραγωδίας ", είναι και το γνωστότερο. Μέσα από μια πρωτότυπη ανάλυση της αρχαίας τραγωδίας περιγράφει μια στάση ζωής χαρακτηριστική της νεωτερικότητας : Tο "τραγικό αίσθημα της ζωής", σύμφωνα με το οποίο μόνον η ζωή δίνει νόημα στον κόσμο, αλλά η ίδια η ζωή δεν έχει κανένα νόημα.Κατά τον Νίτσε, αυτό το αίσθημα εκφράζεται κατ' εξοχήν μέσα από τη μουσική. Γι' αυτό τον λόγο, η "Γέννηση της τραγωδίας" επηρέασε καθοριστικά τις αισθητικές αντιλήψεις από την εποχή της μέχρι σήμερα. Ο Friedrich Nietzsche γεννήθηκε το 1844 στο Ρέκεν, κοντά στη Λειψία. Σε ηλικία πέντε ετών έχασε τον πατέρα του, προτεστάντη πάστορα. Έπειτα από λαμπρές σπουδές κλασικής φιλολογίας στη Βόννη και στη Λειψία, έγινε, σε ηλικία εικοσιπέντε ετών, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Βασιλείας. Εκείνη την εποχή γνώρισε το έργο του φιλόσοφου Σοπενάουερ και συνδέθηκε φιλικά με τον μουσικοσυνθέτη Ρίχαρντ Βάγκνερ. Πολύ σύντομα ο Νίτσε θα χαράξει το δικό του δρόμο. Παραιτείται από τη θέση του στο Πανεπιστήμιο, απομακρύνεται από τις θεωρίες του Σοπενάουερ και διακόπτει τη σχέση του με τον Βάγκνερ. Ζώντας περιπλανώμενη ζωή, σε μικρές πανσιόν της Ελβετίας, της Ιταλίας και της νότιας Γαλλίας, αφοσιώνεται στην κριτική της μεταφυσικής, της ηθικής, της θρησκείας και των άλλων πλευρών του δυτικού πολιτισμού γράφοντας ασταμάτητα. Έργα του η "Γέννεση της τραγωδίας" (1872), οι "Παράκαιροι στοχασμοί" (1873-1876), το "Ανθρώπινο, υπερβολικά ανθρώπινο" (1878-1879), η "Χαραυγή" (1881), η "Χαρούμενη γνώση" (1882), το "Πέρα από το καλό και το κακό" (1886), η "Γενεαλογία της ηθικής" (1887), το "Λυκόφως των ειδώλων" (1888) το" Ίδε ο άνθρωπος" (1888) και η ανολοκλήρωτη "Θέληση για δύναμη" (1883-1888). Ανάμεσά τους το κορυφαίο του, το "Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα" (1883-1885) .

 

 

 

Die Geburt der Tragödie , Friedrich W. Nietsche ( 1872 )

Leipzig.jpg

Kapitel 15

 

Deutsche_flag.jpg

... Fast jede Zeit und Bildungsstufe hat einmal sich mit tiefem Missmuthe von den Griechen zu befreien gesucht, weil Angesichts derselben alles Selbstgeleistete, scheinbar völlig Originelle, und recht aufrichtig Bewunderte plötzlich Farbe und Leben zu verlieren schien und zur misslungenen Copie, ja zur Caricatur zusammenschrumpfte. Und so bricht immer von Neuem einmal der herzliche Ingrimm gegen jenes anmaassliche Völkchen hervor das sich erkühnte, alles Nichteinheimische für alle Zeiten als "barbarisch" zu bezeichnen: wer sind jene, fragt man sich, die, obschon sie nur einen ephemeren historischen Glanz, nur lächerlich engbegrenzte Institutionen, nur eine zweifelhafte Tüchtigkeit der Sitte aufzuweisen haben und sogar mit hässlichen Lastern gekennzeichnet sind, doch die Würde und Sonderstellung unter den Völkern in Anspruch nehmen, die dem Genius unter der Masse zukommt? Leider war man nicht so glücklich den Schierlingsbecher zu finden, mit dem ein solches Wesen einfach abgethan werden konnte: denn alles Gift, das Neid, Verläumdung und Ingrimm in sich erzeugten, reichte nicht hin, jene selbstgenugsame Herrlichkeit zu vernichten. Und so schämt und fürchtet man sich vor den Griechen; es sei denn, dass Einer die Wahrheit über alles achte und so sich auch diese Wahrheit einzugestehn wage, dass die Griechen unsere und jegliche Cultur als Wagenlenker in den Händen haben, dass aber fase immer Wagen und Pferde von zu geringem Stoffe und der Glorie ihrer Führer unangemessen sind, die dann es für einen Scherz erachten, ein solches Gespann in den Abgrund zu jagen: über den sie selbst, mit dem Sprunge des Achilles, hinwegsetzen ...

K a p i t e l 15

Im Sinne dieser letzten ahnungsvollen Fragen muss nun ausgesprochen werden, wie der Einfluss des Sokrates,bis auf diesen Moment hin, ja in alle Zukunft hinaus, sich, gleich einem in der Abendsonne immer grosser werdenden Schatten, uber die Nachwelt hin ausgebreitet hat, wie derselbe zur Neuschaffung der Kunst und zwar der Kunst im bereits metaphysischen, weitesten und tiefsten Sinne - immer wieder nothigt und, beiseiner eignen Unendlichkeit, auch deren Unendlichkeit verburgt. Bevor dies erkannt werden konnte, bevor die innerste Abhangigkeit jeder Kunst von den Griechen, den Griechen von Homer bis auf Sokrates, uberzeugend dargethan war, musste es uns mit diesen Griechen ergehen wie den Athenern mit Sokrates. Fast jede Zeit und Bildungsstufe hat einmal sich mit tiefem Missmuthe von den Griechen zu befreien gesucht, weil Angesichts derselben alles Selbstgeleistete, scheinbar vollig Originelle, und recht aufrichtig Bewunderte plotzlich Farbe und Leben zu verlieren schien und zur misslungenen Copie, ja zur Caricatur zusammenschrumpfte. Und so bricht immer von Neuem einmal der herzliche Ingrimm gegen jenes anmaassliche Volkchen hervor das sich erkuhnte, alles Nichteinheimische fur alle Zeiten als "barbarisch" zu bezeichnen: wer sind jene, fragt man sich, die, obschon sie nur einen ephemeren historischen Glanz, nur lacherlich engbegrenzte Institutionen, nur eine zweifelhafte Tuchtigkeit der Sitte aufzuweisen haben und sogar mit hasslichen Lastern gekennzeichnet sind, doch die Wurde undSonderstellung unter den Volkern in Anspruch nehmen, die dem Genius unter der Masse zukommt? Leider war man nicht so glucklich den Schierlingsbecher zu finden, mit dem ein solches Wesen einfach abgethan werden konnte: denn alles Gift, das Neid, Verlaumdung und Ingrimm in sich erzeugten, reichte nicht hin, jene selbstgenugsame Herrlichkeit zu vernichten. Und so schamt und furchtet man sich vor den Griechen; es sei denn, dass Einer die Wahrheit uber alles achte und so sich auch diese Wahrheit einzugestehn wage, dass die Griechen unsere und jegliche Cultur als Wagenlenker in den Handen haben, dass aber fase immer Wagen und Pferde von zu geringem Stoffe und der Glorie ihrer Fuhrer unangemessen sind, die dann es fur einen Scherz erachten, ein solches Gespann in den Abgrund zu jagen: uber den sie selbst, mit dem Sprunge des Achilles,hinwegsetzen. Um die Wurde einer solchen Fuhrerstellung auch fur Sokrates zu erweisen, genugt es in ihm den Typus einer vor ihm unerhorten Daseinsform zu erkennen, den Typus des theoretischen Menschen, uber dessen Bedeutung und Ziel zur Einsicht zu kommen, unsere nachste Aufgabe ist. Auch der theoretische Mensch hat ein unendliches Genugen am Vorhandenen, wie der Kunstler, und ist wie jener vor der praktischen Ethik des Pessimismus und vor seinen nur im Finsteren leuchtenden Lynkeusaugen, durch jenes Genugen geschutzt. Wenn namlich der Kunstler bei jeder Enthullung der Wahrheit immer nur mit verzuckten Blicken an dem hangen bleibt, was auch jetzt, nach der Enthullung, noch Hulle bleibt, geniesst und befriedigt sich der theoretische Mensch an der abgeworfenen Hulle und hat sein hochstes Lustziel in dem Prozess einer immer glucklichen, durch eigene Kraft gelingenden Enthullung. Es gabe keine Wissenschaft, wenn ihr nur um jene eine nackte Gottin und um nichts Anderes zu thun ware. Denn dann musste es ihren Jungern zu Muthe sein, wie Solchen, die ein Loch gerade durch die Erde graben wollten: von denen ein Jeder einsieht, dass er, bei grosster und lebenslanglicher Anstrengung, nur ein ganz kleines Stuck der ungeheuren Tiefe zu durchgraben im Stande sei, welches vor seinen Augen durch die Arbeit des Nachsten wieder uberschuttet wird, so dass ein Dritter wohl daran zu thun scheint, wenn er auf eigne Faust eine neue Stelle fur seine Bohrversuche wahlt.Wenn jetzt nun Einer zur Ueberzeugung beweist, dass auf diesem directen Wege das Antipodenziel nicht zu erreichen sei, wer wird noch in den alten Tiefen weiterarbeiten wollen, es sei denn, dass er sich nicht inzwischen genugen lasse, edles Gestein zu finden oder Naturgesetze zu entdecken. Darum hat Lessing, der ehrlichste theoretische Mensch, es auszusprechen gewagt, dass ihm mehr am Suchen der Wahrheit als an ihr selbst gelegen sei: womit das Grundgeheimniss der Wissenschaft, zum Erstaunen, ja Aerger der Wissenschaftlichen, aufgedeckt worden ist. Nun steht freilich neben dieser vereinzelten Erkenntniss, als einem Excess der Ehrlichkeit, wenn nicht des Uebermuthes, eine tiefsinnige Wahnvorstellung, welche zuerst in der Person des Sokrates zur Welt kam, jener unerschutterliche Glaube, dass das Denken, an dem Leitfaden der Causalitat, bis in die tiefsten Abgrunde des Seins reiche, und dass das Denken das Sein nicht nur zu erkennen, sondern sogar zu corrigiren im Stande sei. Dieser erhabene metaphysische Wahn ist als Instinct der Wissenschaft beigegeben und fuhrt sie immer und immer wieder zu ihren Grenzen, an denen sie in Kunst umschlagen muss: auf welchees eigentlich, bei diesem Mechanismus, abgesehn ist. Schauen wir jetzt, mit der Fackel dieses Gedankens, auf Sokrates hin: so erscheint er uns als der Erste, der an der Hand jenes Instinctes der Wissenschaft nicht nur leben, sondern - was bei weitem mehr ist - auch sterben konnte: und deshalb ist das Bild des sterbenden Sokrates als des durch Wissen und Grunde der Todesfurcht enthobenen Menschen das Wappenschild, das uber dem Eingangsthor der Wissenschaft einen Jeden an deren Bestimmung erinnert, namlich das Dasein als begreiflich und damit als gerechtfertigt erscheinen zu machen: wozu freilich wenn die Grunde nicht reichen, schliesslich auch der Mythus dienen muss, den ich sogar als nothwendige Consequenz, ja als Absicht der Wissenschaft soeben bezeichnete. Wer sich einmal anschaulich macht, wie nach Sokrates, dem Mystagogen der Wissenschaft, eine Philosophenschule nach der anderen, wie Welle auf Welle, sich ablost, wie eine nie geahnte Universalitat der Wissensgier in dem weitesten Bereich der gebildeten Welt und als eigentliche Aufgabe fur jeden hoher Befahigten die Wissenschaft auf die hohe See fuhrte, von der sie niemals seitdem wieder vollig vertrieben werden konnte, wie durch diese Universalitat erst ein gemeinsames Netz des Gedankens uber den gesammten Erdball, ja mit Ausblicken auf die Gesetzlichkeit eines ganzen Sonnensystems, gespannt wurde; wer dies Alles, sammt der erstaunlich hohen Wissenspyramide der Gegenwart, sich vergegenwartigt, der kann sich nicht entbrechen, in Sokrates den einen Wendepunkt und Wirbel der sogenannten Weltgeschichte zu sehen. Denn dachte man sich einmal diese ganze unbezifferbare Summe von Kraft, die fur jene Welttendenz verbraucht worden ist, nicht im Dienste des Erkennens, sondern auf die praktischen d.h. egoistischen Ziele der Individuen und Volker verwendet, so ware wahrscheinlich in allgemeinen Vernichtungskampfen und fortdauernden Volkerwanderungen die instinctive Lust zum Leben so abgeschwacht, dass, bei der Gewohnheit des Selbstmordes, der Einzelne vielleicht den letzten Rest von Pflichtgefuhl empfinden musste, wenn er, wie der Bewohner der Fidschiinseln, als Sohn seine Eltern, als Freund seinen Freund erdrosselt: ein praktischer Pessimismus, der selbst eine grausenhafte Ethik des Volkermordes aus Mitleid erzeugen konnte - der ubrigens uberall in der Welt vorhanden ist und vorhanden war, wo nicht die Kunst in irgend welchen Formen, besonders als Religion und Wissenschaft, zum Heilmittel und zur Abwehr jenes Pesthauchs erschienen ist. Angesichts dieses praktischen Pessimismus ist Sokrates das Urbild des theoretischen Optimisten, der in dem bezeichneten Glauben an die Ergrundlichkeit der Natur der Dinge dem Wissen und der Erkenntniss die Kraft einer Universalmedizin beilegt und im Irrthum das Uebel an sich begreift. In jene Grunde einzudringen und die wahre Erkenntniss vom Schein und vom Irrthum zu sondern, dunkte dem sokratischen Menschen der edelste, selbst der einzige wahrhaft menschliche Beruf zu sein: so wie jener Mechanismus der Begriffe, Urtheile und Schlusse von Sokrates ab als hochste Bethatigung und bewunderungswurdigste Gabe der Natur uber alle anderen Fahigkeiten geschatzt wurde. Selbst die erhabensten sittlichen Thaten, die Regungen des Mitleids, der Aufopferung, des Heroismus und jene schwer zu erringende Meeresstille der Seele, die der apollinische Grieche Sophrosyne nannte, wurden von Sokrates und seinen gleichgesinnten Nachfolgern bis auf die Gegenwart hin aus der Dialektik des Wissens abgeleitet und demgemass als lehrbar bezeichnet. Wer die Lust einer sokratischen Erkenntniss an sich erfahren hat und spurt, wie diese, in immer weiteren Ringen, die ganze Welt der Erscheinungen zu umfassen sucht, der wird von da an keinen Stachel, der zum Dasein drangen konnte, heftiger empfinden als die Begierde, jene Eroberung zu vollenden und das Netz undurchdringbar fest zu spinnen. Einem so Gestimmten erscheint dann der platonische Sokrates als der Lehrer einer ganz neuen Form der "griechischen Heiterkeit" und Daseinsseligkeit, welche sich in Handlungen zu entladen sucht und diese Entladung zumeist in maeeutischen und erziehenden Einwirkungen auf edle Junglinge, zum Zweck der endlichen Erzeugung des Genius, finden wird. Nun aber eilt die Wissenschaft, von ihrem kraftigen Wahne angespornt, unaufhaltsam bis zu ihren Grenzen,an denen ihr im Wesen der Logik verborgener Optimismus scheitert. Denn die Peripherie des Kreises der Wissenschaft hat unendlich viele Punkte, und wahrend noch gar nicht abzusehen ist, wie jemals der Kreis vollig ausgemessen werden konnte, so trifft doch der edle und begabte Mensch, noch vor der Mitte seines Daseins und unvermeidlich, auf solche Grenzpunkte der Peripherie, wo er in das Unaufhellbare starrt. Wenn er hier zu seinem Schrecken sieht, wie die Logik sich an diesen Grenzen um sich selbst ringelt und endlich sich in den Schwanz beisst - da bricht die neue Form der Erkenntniss durch, die tragische Erkenntniss, die, um nur ertragen zu werden, als Schutz und Heilmittel die Kunst braucht. Schauen wir, mit gestarkten und an den Griechen erlabten Augen, auf die hochsten Spharen derjenigen Welt, die uns umfluthet, so gewahren wir die in Sokrates vorbildlich erscheinende Gier der unersattlichen optimistischen Erkenntniss in tragische Resignation und Kunstbedurftigkeit umgeschlagen: wahrend allerdings dieselbe Gier, auf ihren niederen Stufen, sich kunstfeindlich aussern und vornehmlich die dionysisch-tragische Kunst innerlich verabscheuen muss, wie dies an der Bekampfung der aeschyleischen Tragodie durch den Sokratismus beispielsweise dargestellt wurde. Hier nun klopfen wir, bewegten Gemuthes, an die Pforten der Gegenwart und Zukunft: wird jenes "Umschlagen" zu immer neuen Configurationen des Genius und gerade des musiktreibenden Sokrates fuhren? Wird das uber das Dasein gebreitete Netz der Kunst, sei es auch unter dem Namen der Religion oder der Wissenschaft, immer fester und zarter geflochten werden oder ist ihm bestimmt, unter dem ruhelos barbarischen Treiben und Wirbeln, das sich jetzt "die Gegenwart" nennt, in Fetzen zu reissen? - Besorgt, doch nicht trostlos stehen wir eine kleine Weile bei Seite, als die Beschaulichen, denen es erlaubt ist, Zeugen jener ungeheuren Kampfe und Uebergange zu sein. Ach! Es ist der Zauber dieser Kampfe, dass, wer sie schaut, sie auch kampfen muss !

 

 

Τhe Birth of Tragedy , Friedrich W. Nietsche ( 1872 )

Chapter 15

 

 

england5.jpg

 

The Birth of Tragedy, Nietzsches first book, was published in 1872, when he was 28 years old and a professor of classical philology at Basel.  The book had its defenders but, in general, provoked a hostile reception in the academic community and affected Nietzsches academic career for the worse. As the opening section (added in 1886) makes clear, Nietzsche himself later had some important reservations about the book. However, since that time the work has exerted a very important influence on the history of Western thought, particularly on the interpretations of Greek culture. It is also a vital introduction to the work of the most provocative philosopher of modern times.In later editions part of the title of the book was changed from Out of the Spirit of Music to Hellenism and Pessimism, but the former phrase has remained the more common .


...Nearly every age and stage of culture has at some time or other sought with profound irritation to free itself from the Greeks, because in their presence everything one has achieved oneself, though apparently quite original and sincerely admired, suddenly seemed to lose life and color and shriveled into a poor copy, even a caricature. And so time after time cordial anger erupts against this presumptuous little people that made bold for all time to designate everything not native as "barbaric." Who are they, one asks, who, though they display only an ephemeral historical splendor, ridiculously restricted institutions, dubious excellence in their mores, and are marked by ugly vices, yet lay claim to that dignity and pre-eminence among peoples which characterize genius among the masses? Unfortunately, no one was lucky enough to find the cup of hemlock with which one could simply dispose of such a character; for all the poison that envy, calumny, and rancor created did not suffice to destroy that self-sufficient splendor. And so one feels ashamed and afraid in the presence of the Greeks, unless one prizes truth above all things and dares acknowledge even this truth: that the Greeks, as charioteers, hold in their hands the reins of our own and every other culture, but that almost always chariot and horses are of inferior quality and not up to the glory of their leaders, who consider it sport to run such a team into an abyss which they themselves clear with the leap of Achilles ...

 

The entire chapter 15 of book :

 

In the sense of this last mysterious question we must now state how the influence of Socrates has spread out over later worlds, right up to this moment and, indeed, into all future ages, like a shadow in the evening sun constantly growing larger, how that influence always makes necessary the re-creation of artI mean art in its most profound and widest metaphysical senseand through its own immortality guarantees the immortality of art.

Before we could recognize this fact, before we convincingly established the innermost dependence of every art on the Greeks, from Homer right up to Socrates, we had to treat these Greeks as the Athenians treated Socrates. Almost every era and cultural stage has at some point sought in an profoundly ill-tempered frame of mind to free itself of the Greeks, because in comparison with the Greeks, all their own achievements, apparently fully original and admired in all sincerity, suddenly appeared to lose their colour and life and shriveled to unsuccessful copies, in fact, to caricatures. And so a heartfelt inner anger always keeps breaking out again against that arrogant little nation which  dared to designate for all time everything that was not produced in its own country as barbaric. Who were those Greeks, people asked themselves, who, although they had achieved only an ephemeral historical glitter, only ridiculously restricted institutions, only an ambiguous competence in morality, who could even be identified with hateful vices, yet who had nevertheless laid a claim to a dignity and a pre-eminent place among peoples, appropriate to a genius among the masses? Unfortunately people were not lucky enough to find the cup of hemlock which could easily do away with such a being, for all the poisons which envy, slander, and inner rage created were insufficient to destroy that self-satisfied magnificence. Hence, confronted by the Greeks, people have been ashamed and afraid, unless an individual values the truth above everything else and dares to propose this truth: the notion that the Greeks, as the charioteers of our culture and every other one, hold the reins, but that almost always the wagon and horses are inferior material and do not match the glory of their drivers, who then consider it amusing to whip such a team into the abyss, over which they themselves jump with the leap of Achilles.

To demonstrate that Socrates also merits a place among the drivers of the chariot, it is sufficient to recognize him as typifying a form of existence inconceivable before him, the type known as The Theoretical Man. Our next task is to reach some insight about the meaning and purpose of such a man. The theoretical man, like the artist, also takes an infinite satisfaction in the present and is, like the artist, protected by that satisfaction from the practical ethic of pessimism and from its lynx eyes which glow only in the darkness. For while the artist, with each revelation of the truth, always keeps his enchanted gaze hanging on what still remains hidden after his revelation, theoretical man enjoys and remains satisfied with the covers which have been cast aside and takes as the greatest object of delight the process of continually happy unveiling which his own power has brought about. There would be no science if it concerned itself only with that one naked goddess and with nothing else. For then its disciples would have to feel like people who wanted to dig a hole straight through the earth, and each of them sees that, even with the greatest lifelong effort, he is in a position to dig through only a really small piece of the immense depths, and that piece will be covered over in front of his eyes by the work of the person who comes after him, so that a third person would apparently do well to select on his own initiative a new place for his tunnelling efforts. Well, if someone now convincingly demonstrates that it is impossible to reach the antipodes by this direct route, who will still want to continue working on in the old depths, unless in the meantime he lets himself be satisfied with the possibility of finding some valuable rock or discovering some natural law? For that reason, Lessing, the most honest theoretical man, ventured to state that for him the search for the truth counted for more than truth itself. With that statement the fundamental secret of science is unmasked, to the astonishment, indeed, the anger, of scientists. Now, of course, alongside occasional recognitions like Lessings, prompted by excessive honesty if not high spirits, stands a profound delusion, which first came into the world in the person of Socrates, the unshakeable faith that thinking, guided by the main idea of causality, might reach into the deepest abyss of being and that thinking is capable, not just of understanding being, but even of correcting it. This sublime metaphysical delusion is instinctually part of science and leads it over and over again to its limits, at which point it must turn into art, something which is really predictable with this mechanical process.

With the torch of this idea, lets now look at Socrates: to us he appears as the first person who was capable not only of living by that instinct for science, but alsosomething much moreof dying by it, and thus the picture of the dying Socrates as a man raised above fear of death by knowledge and reason is the shield hanging over the entranceway to science, reminding every individual of his purpose, namely, to make existence intelligible and thus apparently justified. Of course, when reasoning cannot succeed in this endeavour, myth must also finally serve, something which I have just noted as the necessary consequence, indeed, even the purpose, of science.

Once anyone clearly sees how, after Socrates, that mystagogue of science, one philosophical school succeeds another in sequence, like wave after wave, how a never-imagined universal greed for knowledge throughout the widest extent of the educated world steered science around on the high seas as the essential task for every person of greater capabilities, a greed which it has been impossible since then completely to expel from science, how through this universality a common net of thinking was cast over the entire earth for the first time, with prospects, in fact, of the rule-bound workings of an entire solar systemwhoever reminds himself of all this, together with that astonishingly high pyramid of contemporary knowledge, cannot deny the fact that in Socrates we see a turning point and vortex of so-called world history. Then imagine for a moment if the entire incalculable sum of the energy which has been used in pursuit of that world project were spent, not in the service of knowledge, but on the practical, that is, the egotistical, aims of individuals and peoples, then in all probability the instinctive delight in living would be so weakened by universal wars of destruction and continuing migrations of people  that, with suicide being a common occurrence, perhaps the individual would have had to feel the final remnant of a sense of duty, when he, like the inhabitants of the Fiji Islands, as a son would strangle his parents, and as a friend would strangle his frienda practical pessimism, which could even give rise to a dreadful ethic of mass murder out of sympathyan ethic which, by the way, is present and has been present all over the world, wherever art has not appeared in some form or other, especially in religion and science, as a remedy and a defense against that miasma.

With respect to this practical pessimism, Socrates is the original picture of the theoretical optimist, who, as I have described, in the belief that we could come to understand the nature of things, thinks that the power of a universal medicine is contained in knowledge and discovery and that evil inherently consists of error. To push forward with that reasoning and to separate true knowledge from appearance and from error seemed to the Socratic man the noblest, even the single truly human, vocation, and so from Socrates on, that mechanism of ideas, judgments, and conclusions has been valued as the highest activity and the most admirable gift of nature, above all other capabilities. Even the noblest moral deeds, the emotions of pity, of self-sacrifice, of heroism and that calmness in the soul, so difficult to attain, which the Apollonian Greeks called sophrosyneall these were derived by Socrates and his like-minded descendants right up to the present time from the dialectic of knowledge and therefore described as teachable. Whoever has experienced for himself the delight of a Socratic discovery and feels how this, in ever-widening circles, seeks to enclose the entire world of phenomena, will from then on find no spur capable of pushing him into existence more intense than the desire to complete that conquest and to weave a solid impenetrable net. To a man so minded, the Platonic Socrates then appears as the teacher of an entirely new form of Greek serenity and of a blissful existence, which seeks to discharge itself in actions and which will find this discharge, for the most part, in those influences which come from acting as a midwife to and educating noble disciples, in order finally to produce a genius.

But now science, incited by its powerful delusion, speeds on inexorably right to its limits, at which point the optimism hidden in the essence of logic breaks down. For the circumference of the circle of science has an infinity of points, and while it is still impossible to see how that circumference could ever be completely measured, nevertheless the noble, talented man, before the middle of his life, inevitably comes up against such a border point on that circumference, where he stares out into something which cannot be illuminated. When, at this point, he sees to his horror how at these limits logic turns around on itself and finally bites its own tailthen a new form of knowledge breaks through, tragic insight, which, in order merely to be endured, requires art as a protector and healer.

If we look at the loftiest realms of that world streaming around us, our eyes strengthened and refreshed by the Greeks, we become aware of that greed of insatiably optimistic knowledge, exemplary in Socrates, turning into tragic resignation and a need for art, even if its true that this same greed, at its lower levels, must express itself as hostile to art and must inwardly loathe Dionysian tragic art in particular, as I have already explained in the example of the conflict between Aeschylean tragedy and Socratism.

Here we are now knocking, with turbulent feelings, on the doors of the present and future: Will that turning around lead to continuously new configurations of genius and straight to the music-playing Socrates? Will that net of art spread out over existence, whether in the name of religion or of science, be woven always more tightly and delicately, or is it determined that it will be ripped to shreds by the restless barbaric impulses and hurly-burly which we now call the present?We are standing here on the sidelines for a little while as lookers on, worried but not without hope, for we are being permitted to witness that immense struggle and transition. Alas! The magic of these battles is that whoever looks at them must also fight them!

 

 

 

, . ( 1872 )

ࠠ 15

 

 

russian_flag.gif

... , , - , , , , . , ; , , , , , , , , ? , , , , , , , . ; - , , , , ...

1869 1871 . , , 1870 . . , , . , 18 1 1870 ., , , . 1871 . ( Griechische Heiterkeit ; : ). 1871 . , . , , , . . , 1872 . . 1886 ., , : , , , , : , , .

 

15


, , , ; , . , , , , , . , , - , , , , . , ; , , , , , , , , ? , , , , , , , . ; - , , , , . , , , , . , , , , , . , , , , , . , , . , , : , , , , , , , , . - , , , . , , , , , , , . , , , , , , , , , , . , , . , , , , , , ; - , , , , , , , , , . , , , , ; , , , ; , , , . , , , , , . . , , , , , , , , ; , , , ; , , , , - , , .
, , , , . , , , , , . , , , , sophrosyne, , . , , , . , , , . , , - , , . , , , - , . , , , , , , , . , , , , , , , . ? , , , , , , ? , , , , . ! , , , .

 

epiloges_91.jpg

 

 

2 . Θ Ε Ρ Μ Ο Π Υ Λ Ε Σ 480 π . Χ

 

του Κωνσταντίνου Θώδη

Ανάμεσα στα χρόνια 484 481 π.Χ. ο Πέρσης βασιλιάς Ξέρξης αποφάσισε να επιτεθεί εναντίον των Ελλήνων. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, ο στρατός του υπερέβαινε το 1 εκατομμύριο άνδρες. Η Αθήνα και μέρος των Πελοποννησιακών πόλεων , υπό την ηγεσία της Σπάρτης , αποφάσισε να αντισταθεί. Οι βασιλείς της Σπάρτης κατείχαν την πλήρη ισχύ τους σε περίοδο πολέμου, ενώ σε καιρό ειρήνης, είχαν μόνο αντιπροσωπευτικές λειτουργίες. Στη Σπάρτη, κατά τη διάρκεια της εορτής των Καρνείων, η οποία συνέπεσε με την 75η Ολυμπιάδα το 480 π.Χ. , ο Λεωνίδας επέλεξε 300 άξιους άρρενες για τη μάχη εναντίον του Ξέρξη. Το υπόλοιπο των Σπαρτιατών επρόκειτο να ενταχθεί στο στρατό αμέσως μετά τις γιορτές αυτές. Πριν από τη συμμετοχή στη μάχη, οι Πρεσβύτεροι προσπάθησαν να πείσουν το Λεωνίδα να αυξήσει τον αριθμό των στρατιωτών. Αυτός τους απάντησε : Για να νικήσουμε και οι χιλιάδες θα είναι λίγοι για να πεθάνουμε και οι τριακόσιοι θα είναι αρκετοί - , ! .

step_1a.jpg

Η καλύτερη θέση για τους Έλληνες ήταν το στενό των Θερμοπυλών. Το πέρασμα σε αυτό το σημείο της κοιλάδας έχει ελάχιστο μήκος μερικών μέτρων. Είναι μια ιδανική θέση, που ακόμη κι ένα μικρό απόσπασμα από βαριά οπλισμένους οπλίτες , θα μπορούσε να κρατήσει μακριά ένα ολόκληρο στράτευμα. Στις Θερμοπύλες έφτασε ο βασιλιάς της Σπάρτης Λεωνίδας με 7000 βαριά οπλισμένους στρατιώτες και 2000 τοξότες. Σχεδόν όλοι , αποτελούσαν την πολιτοφυλακή πολλών ελληνικών πόλεων : Το κύριο σώμα αποτελούσαν Θηβαίοι και Θεσπιείς, εκτός από την προσωπική φρουρά του Λεωνίδα, που αποτελούνταν από 300 καθαρόαιμους Σπαρτιάτες. Οι Σπαρτιάτες ήταν γνωστοί σε όλη την Ελλάδα , ως ατρόμητοι και δυνατοί πολεμιστές. Σύνθημά τους το Ή ταν ή επί τας , που δήλωνε την αφοσίωσή τους με την αυτοθυσία τους για την πατρίδα. Όταν οι Πέρσες, για λογαριασμό του βασιλιά τους Ξέρξη, ζήτησαν να τους παραδώσουν οι Έλληνες τα όπλα, ο βασιλιάς των Σπαρτιατών απάντησε με τη φράση : Μολών λαβέ! , δηλαδή Ελάτε να τα πάρετε! - !.

Ο Ξέρξης ξεκινώντας την προετοιμασία για την εκστρατεία , σχεδίασε μια πρωτοφανή πορεία , που όμοιά της , δεν είχε συναντήσει στο παρελθόν ο αρχαίος κόσμος. 56 έθνη, υποταγμένα στον Πέρση βασιλιά, πήραν μέρος σε αυτή την εκστρατεία, κάτω από τις διαταγές του. Τα περισσότερα από αυτά, γύρω από τους ποταμούς Τίγρη και Ευφράτη. Φανερό ήταν, ότι το σύνολο σχεδόν της Ασίας, τέθηκε επί ποδός. Υπήρχαν Ινδοί με ριγέ πολύχρωμες ενδυμασίες, Αιθίοπες, ντυμένοι με δέρματα λεόντων, μαύροι Μπαλούχι, νομάδες της κεντρικής Ασίας με τα άλογά τους, ορμώμενοι σαν τον άνεμο! Μήδοι και Βακτριανοί με τα πλούσια ενδύματά τους, Λίβυοι με πολεμικά άρματα και Άραβες με τις καμήλες τους. Το πιο αξιόμαχο και κύριο τμήμα αυτού του τεράστιου εκστρατευτικού σώματος, ήταν οι Πέρσες. Σύμφωνα με τα παλιά έθιμα, οι Πέρσες και ιδιαίτερα οι ευγενείς, στελέχωναν το ιππικό του στρατού. Οι υπόλοιποι, μαζί με τις άλλες εθνότητες, αποτελούσαν το πεζικό , τους τοξότες και τους ρίψαντες με τη σφεντόνα. Το βαρύ πεζικό, έφερε μικρά σπαθιά και ακόντια, μεγάλα τόξα με μακριά βέλη, φορούσε στα χέρια μικρές ξύλινες ασπίδες και πανοπλία στο στήθος και τα πόδια. Έτσι έπαιρναν μέρος στη μάχη. Μαζί με το στρατό υπήρχαν και τα άρματα εκστρατείας. Κάποια από αυτά είχαν κόσες μαχαίρια στις ρόδες , για να αποδεκατίζουν τους αντιπάλους, όπως το κούρεμα του γκαζόν. Με αυτά τα άρματα, συνήθως, άρχιζε η μάχη κατά μέτωπο και το ιππικό, ταυτόχρονα, προσπαθούσε να πλαγιοκοπήσει τον εχθρό. Ακριβώς, πίσω από τα άρματα και στο κέντρο, ακολουθούσε ο στρατός. Επικεφαλής του στρατού ήταν ο ίδιος ο βασιλιάς με το άλογό του ή πάνω σε ένα άρμα που περιβαλλόταν από αυλικούς και τη βασιλική συνοδεία των αθανάτων - . Αυτή η ομάδα , αποτελούμενη από 10.000 άνδρες , ήταν η πιο ευγενής και πολυτελής. Όχι μόνο οι ίδιοι, αλλά και τα άλογά τους ήταν καλυμμένα με αστραφτερές πανοπλίες. Το υπόλοιπο στράτευμα, αποτελούμενο από τις εθνότητες των κατακτημένων επαρχιών του περσικού βασιλείου, δεν διέθετε τα ίδια όπλα, δεν ασπάζονταν την πειθαρχία και αγωνιζόταν για τη διάσωση των ηθών του, όσο καλύτερα μπορούσε. Γι αυτό , η διατήρηση και ο έλεγχος αυτού του τμήματος από τους Πέρσες , ήταν δύσκολη υπόθεση και σε περίπτωση αποτυχίας στη μάχη, όλοι έφευγαν τρέχοντας, χωρίς να κοιτάζουν πίσω τους. Στη συνέχεια δε, ήταν αδύνατο να τους σταματήσει κανείς, ούτε τελικά να τους πείσει να οικοδομήσουν μια νέα μάχη. Οι Πέρσες σε ανοιχτή περιοχή, ιδιαίτερα σε εδάφη της στέπας, σχεδόν πάντοτε ήταν νικητές. Όμως, η εκστρατεία αυτή στην Ελλάδα, με την ορεινή μορφολογία και τη θάλασσα, ήταν σίγουρο ότι έκρυβε εκπλήξεις Οι Έλληνες , ήδη , νίκησαν στο Μαραθώνα , πολεμώντας ένας εναντίον δέκα ! Οι ναυτικές δυνάμεις των Περσών ήταν επίσης ισχυρές : 3000 μεταφορικά πλοία ήταν προετοιμασμένα για τη μεταφορά τροφίμων και 1200 πλοία έτοιμα να λάβουν μέρος στις ναυμαχίες. Επικεφαλής, όλων αυτών των χερσαίων και ναυτικών δυνάμεων , ο Ξέρξης , βασιλιάς που τον λάτρευαν σαν θεό !

Η εκστρατεία άρχισε το 480 π.Χ. στην αρχή της άνοιξης. Την Ασία, από την Ευρώπη, διαχώριζε ο Ελλήσποντος. Δυο ξύλινες γέφυρες ρίχτηκαν στο στενό του για να περάσει το στράτευμα , αλλά παρασύρθηκαν από την καταιγίδα που ακολούθησε. Ο Ξέρξης έγινε έξω φρενών. Διέταξε τον αποκεφαλισμό όλων των ξυλουργών και έριξε στη θάλασσα βαριές αλυσίδες , σημάδι , ότι και η θάλασσα πρέπει να είναι υπάκουη σε αυτόν. Σύντομα, μια νέα γέφυρα ήταν έτοιμη. Επτά μέρες έκανε για να περάσει το στράτευμα στην Ευρώπη , μέσω της γέφυρας που στήθηκε. Σαν ένα ρεύμα καυτής λάβας, ξεχύθηκαν οι άγριοι Ασιάτες στη Βόρεια Ελλάδα. Κανένας δεν σκέφτηκε να αντισταθεί. Έδωσαν γη και ύδωρ στον Πέρση βασιλιά. Στο στρατό του Ξέρξη ενσωματώθηκαν και νέα έθνη , αυξάνοντας την αριθμητική του δύναμη. Η μάζα αυτή κινήθηκε κατά μήκος των ακτών. Η Ελλάδα , αυτή την περίοδο , δεν ήταν ενιαία. Απαρτίζονταν από πολλές πόλεις κράτη , με δικούς του , το καθένα , νόμους , άρχοντες και στρατό. Συχνά, μάλωναν μεταξύ τους , πολεμούσαν , αλλά , σε περίπτωση κινδύνου , ένωναν τις δυνάμεις τους και πολεμούσαν εναντίον του κοινού εχθρού. Αυτός ο εχθρός , τώρα , για τους Έλληνες , ήταν οι Πέρσες. Οι Έλληνες της μητρόπολης πάντα βοηθούσαν τους αδελφούς τους στη Μικρά Ασία , στα σύνορα με το περσικό κράτος. Αλλά , οι Έλληνες , ακόμη και σε περίπτωση που συνδύαζαν όλες τις δυνάμεις τους , δεν θα μπορούσαν να θέσουν υπό έλεγχο έναν τόσο μεγάλο στρατό , όπως αυτόν του βασιλιά Ξέρξη. Όμως , το χαρακτηριστικό των Ελλήνων ήταν η τάξη και η πειθαρχία , ιδιαίτερα ανάμεσα στους Σπαρτιάτες , που αγαπούσαν την πατρίδα τους και ήταν έτοιμοι να θυσιαστούν. Αυτός είναι ο λόγος , που οι Έλληνες πολέμησαν με τέτοιο θάρρος και αυταπάρνηση , με τέτοιο ενθουσιασμό , που δεν υπήρχε στους Πέρσες. Επίσης, οι Έλληνες, ως ευφυείς , απόγονοι του Οδυσσέα, είχαν κατά νου τη στρατιωτική επιστήμη και γνώση. Εφηύραν τις καλύτερες κατασκευές, γνώριζαν καλά τη χρήση των όπλων και ήταν σε θέση να προσαρμοστούν στη μάχη. Κατείχαν την πολεμική τεχνική. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ήταν η πολεμική τακτική και πειθαρχία του Σπαρτιατικού στρατού, που θεωρείτο ανίκητος για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ο πόλεμος για τους Σπαρτιάτες ήταν επιθυμητός και γέμιζε τον ελεύθερο χρόνο τους , δεδομένου ότι εν καιρώ ειρήνης υποσιτίζονταν ηθελημένα και αφιέρωναν όλο τον ελεύθερο χρόνο τους σε στρατιωτικές ασκήσεις και σκληρή δουλειά. Ή μαζί θα νικήσουμε, ή μαζί θα πεθάνουμε - ! ήταν νόμος και μονόδρομος για τους Σπαρτιάτες πολεμιστές. Έφεραν μεγάλη ασπίδα . Το να εγκαταλείψουν την ασπίδα στη μάχη ήταν ντροπή για έναν Σπαρτιάτη πολεμιστή. Το κράνος, ο θώρακας και η ασπίδα προστάτευαν το σώμα από τα βέλη και τα δόρατα του εχθρού , ενώ τα όπλα του χεριού ήταν το ακόντιο, το δόρυ και ένα αμφίδρομο σπαθί. Καλυμμένοι με τις ασπίδες και τα δόρατα οι στρατιώτες κινούνταν κατά φάλαγγα ...

Ανάμεσα στη Θεσσαλία και τη Λοκρίδα βρισκόταν η οροσειρά της Οίτης, η οποία στηρίζεται πάνω στη θάλασσα, αφήνοντας ένα μικρό πέρασμα που στο στενότερο σημείο του δεν είναι μεγαλύτερο από 7 οργυιές*. Ήταν το ένα από τα τρία στενά των Θερμοπυλών. Η πάνω από τις Θερμοπύλες οροσειρά που συνδέει το Καλλίδρομο με την κυρίως Οίτη , ονομάζεται Ανόπαια. Το ίδιο όνομα έφερε και η ατραπός, το μονοπάτι που διέσχιζε την οροσειρά αυτή. Το μονοπάτι αυτό είναι γνωστό, ως μονοπάτι του Εφιάλτη. Στην κοινή τους σύναξη , οι Έλληνες , αποφάσισαν να καταλάβουν αυτή τη θέση , για να αντισταθούν. Οι Πέρσες πλησίασαν και όταν είπαν στον Ξέρξη , ότι η διάβαση είναι κατειλημμένη, ο βασιλιάς γέλασε δυνατά : Μια χούφτα ανθρώπων σκέφτηκαν να με κρατήσουν ; Έστειλε στο Λεωνίδα πρεσβευτές και με οδηγίες προς αυτούς να παραδώσουν οι Έλληνες τα όπλα τους. Ελάτε να τα πάρετε, απάντησε σε αυτούς ο Λεωνίδας. Οι Πέρσες ονόμασαν τρέλα την απόπειρα για καταπολέμησή τους. Φεύγοντας , οι πρεσβευτές είπαν : Οι Πέρσες είναι τόσοι πολλοί, που θα επισκιάσουν τον ήλιο με τα βέλη τους. Σε αυτό , λέγεται , ότι απάντησε ο Διηνέκης ο Λακεδαιμόνιος, λαμπρός ήρωας αυτής της μάχης με τη φράση : Τόσο το καλύτερο. Θα πολεμήσουμε στη σκιά ! . Ο Ξέρξης τους έδωσε τέσσερις ημέρες να το σκεφτούν, αλλά οι Έλληνες , δεν είχαν καμία πρόθεση να υποχωρήσουν. Πέρασε η προθεσμία και ο βασιλιάς διέταξε να εισβάλλουν στο στενό. Ο εχθρός έρχεται! κάποιος φώναξε ανάμεσα στους Έλληνες. Εξαιρετικά ! είπε , ο Λεωνίδας , Ερχόμαστε πιο κοντά του . Τότε, ήσυχα, κανόνισε τη μάχη της φάλαγγας. Οι Πέρσες αντίκρισαν ένα υψηλό τείχος σιδήρου και τα βέλη τους αναπήδησαν προς τον ουρανό. Αυτό το τείχος ήταν ανίκητο, με λόγχες μακριές στα χέρια των ανδρών του Λεωνίδα. Ο Ξέρξης, τότε, έστειλε το πιο αξιόμαχο τμήμα του στρατεύματός του , τους αθανάτους υπό την ηγεσία του Υδάρνη, αλλά δεν κατάφερε να σπάσει το τείχος των Ελλήνων. Κανένας από τους Πέρσες , δεν ήθελε να οδηγηθεί σε βέβαιο θάνατο, ενώ ο βασιλιάς αναπήδησε από το θρόνο του, αντίκρισε από κοντά τη μάχη και με μεγάλη οργή διέταξε να χτυπούν τους δειλούς στρατιώτες με τα μαστίγια. Πέρασε μια μέρα, δύο, τρεις και πολλοί Πέρσες σκοτώθηκαν επί τόπου. Ο αριθμός των νεκρών θα ήταν μεγαλύτερος , αν δεν βρισκόταν ανάμεσα στους Έλληνες ένας προδότης , κάτοικος κοντινής πόλης. Ήταν γιος του Ευρύδημου από τη Μαλίδα , ο οποίος προσδοκώντας να αποκομίσει μεγάλη αμοιβή από το βασιλιά των Περσών, μαρτύρησε το μονοπάτι, που διασχίζοντας την κορυφογραμμή της Ανόπαιας καταλήγει στις Θερμοπύλες , όπου οι Έλληνες κρατούσαν την άμυνά τους. Μια ομάδα αθανάτων άρχισε να ανεβαίνει τη δασωμένη βουνοπλαγιά. Ξεκίνησαν να ανεβαίνουν την ώρα που ανάβουν τα λυχνάρια Όταν οι Πέρσες έγιναν αντιληπτοί , ο Σπαρτιάτης βασιλιάς είχε μια επιλογή. Ή να υποχωρήσει , ή να μείνει και να πεθάνει πολεμώντας. Πρώτος , ο μάντης Μεγιστίας , ειδοποίησε τους Έλληνες που βρίσκονταν στις Θερμοπύλες για το θάνατο που τους περίμενε με το γλυκοχάραμα , αφού παρατήρησε τα σπλάχνα των σφαγίων της θυσίας. Ο Λεωνίδας , για να διασώσει ένα μέρος του στρατού του, τους διέταξε να υποχωρήσουν και έμεινε στο στενό μόνο με το δικό του απόσπασμα. Ο σπαρτιατικός νόμος απαγόρευε την υποχώρηση , ενώ οι Θεσπιείς , επίσης , δεν ήθελαν να εγκαταλείψουν το πεδίο της μάχης. Οι Έλληνες που παρέμειναν τελικά ήταν 1400. Το πρωϊνό, το τελευταίο για τους υπερασπιστές , ήδη - ήταν η έβδομη ημέρα - μια χούφτα Έλληνες κρατούσαν τον περσικό στρατό ...

Ο Ξέρξης , με την ανατολή του ήλιου, πρόσφερε σπονδές και περίμενε την ώρα για να επιτεθεί. Ο Λεωνίδας , ντυμένος με βασιλικά ρούχα , έκανε θυσία στους θεούς και γιόρτασαν όλοι μαζί την τελετή. Στη συνέχεια πήραν τρόφιμα μαζί τους και ετοιμάστηκαν για τη μάχη. Η σύγκρουση ήταν μετωπική. Οι Πέρσες απωθήθηκαν προς τη θάλασσα , πολλοί από αυτούς πνίγηκαν , ενώ άλλοι αναρριχήθηκαν στα βράχια. Πολλοί Πέρσες ευγενείς συνεθλίβησαν ανάμεσα στα βράχια. Ανάμεσα σε αυτούς και δύο γιοι του Δαρείου , ο Αβροκόμης και ο Υπεράνθης. Όταν οι έλληνες χάλασαν τα δόρατά τους , άρπαξαν τα ξίφη. Στη μάχη σκοτώνονται πολλοί Πέρσες , αλλά και Έλληνες . Όταν σκοτώθηκε ο Λεωνίδας , Πέρσες και Λακεδαιμόνιοι έδωσαν μεταξύ τους πολύωρη μάχη, σώμα με σώμα , ώσπου οι Έλληνες με την ανδρεία τους τράβηξαν το σώμα του βασιλιά προς το μέρος τους και έτρεψαν σε φυγή τον εχθρό. Αυτό συνέβη τέσσερις φορές. Η μάχη συνεχίστηκε για πολλή ώρα , ωσότου έφτασε το σώμα που οδηγούσε ο Εφιάλτης. Από εκείνη την ώρα , η μάχη άλλαξε μορφή. Το σώμα των Ελλήνων οπισθοχώρησε προς το στενό και μόνο οι Θηβαίοι έμειναν στο ύψωμα. Το ύψωμα αυτό βρίσκεται στην είσοδο των στενών , εκεί όπου σήμερα είναι στημένο το μαρμάρινο λιοντάρι για το Λεωνίδα. Οι βάρβαροι , τελικά , τους έθαψαν όλους κάτω από τα βέλη τους , αφού ισοπέδωσαν το προστατευτικό τείχος και κάνοντας κυκλωτικές κινήσεις . Είναι φανερό , ότι το σχέδιο της προδοσίας του Εφιάλτη , απέδωσε. Φτάνοντας στο σημείο ο Ξέρξης , διέταξε να αποκεφαλίσουν το νεκρό σώμα του Λεωνίδα. Τόσο ήταν το μίσος που έτρεφε γι αυτόν. Οι υπηρέτες εκτέλεσαν τη διαταγή. Στο πεδίο της μάχης και πάνω από τους τάφους των νεκρών Σπαρτιατών στήθηκε η επιγραφή : Ξένε , αν θα πας στη Σπάρτη , πες ότι εμείς πέσαμε εδώ , πιστοί στο καθήκον μας **.

Ω ξειν', αγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ότι τήδε κείμεθα τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι .

, , , , .

Ο ποιητής Σιμωνίδης ο Κείος , εξήρε τους Σπαρτιάτες που έπεσαν στη μάχη. Ο Λεωνίδας παρέμεινε πιστός στο στρατιωτικό κώδικα τιμής , που έγραφε , ότι πρέπει να μένεις πιστός στο καθήκον για την πατρίδα μέχρι το τέλος. Το ίδιο έκαναν και όλοι , οι τριακόσιοι στρατιώτες του, που αγνόησαν την προτροπή του να φύγουν και να ενωθούν με το υπόλοιπο στράτευμα για να σωθούν μετά την προδοσία. Η θυσία των Ελλήνων στις Θερμοπύλες και το ηρωϊκό παράδειγμα του Λεωνίδα και των τριακοσίων Σπαρτιατών αποτελεί το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτοθυσίας στην ιστορία και αναφέρεται πάντοτε στη μελέτη της στρατιωτικής ιστορίας , ως παράδειγμα μίμησης για τους μαθητές των παραγωγικών σχολών των ενόπλων δυνάμεων και των Στρατιωτικών Ακαδημιών όλου του κόσμου. Χαρακτηριστικοί είναι και οι επόμενοι στίχοι του Κώστα Θώδη , Θερμοπύλες :

 

Θ Ε Ρ Μ Ο Π Υ Λ Ε Σ

 

Μάταια προσπαθούσαν οι Πρεσβύτεροι στη Σπάρτη να πείσουν το Λεωνίδα

ν αυξήσει το στράτευμα για να σωθεί η πατρίδα .

Ήταν εορτή των Καρνείων , εβδομηκοστή πέμπτη Ολυμπιάδα ,

όταν ο Πέρσης βασιλιάς εκστράτευσε ενάντια στην Ελλάδα .

 

Θηβαίοι, Θεσπιείς, Φωκαείς και 300 καθαρόαιμοι Σπαρτιάτες θα πολεμούσαν με αυτοθυσία

απέναντι στην καυτή λάβα μυρίων βαρβάρων από την Ασία :

Ινδοί , Αιθίοπες , μαύροι Μπαλούχι και νομάδες με τ άλογά τους ,

Μήδοι , Βακτριανοί , Άραβες και Λίβυοι με τ άρματά τους .

 

Στον Ελλήσποντο στήθηκε μεγάλη γέφυρα για τη διάβαση .

Επτά μερόνυχτα περνούσαν οι Πέρσες απ αυτήν χωρίς ανάπαυση .

Βαδίζοντας κατά μήκος των ακτών , φθάνουν στη Θεσσαλία .

Γη και ύδωρ τους προσφέρουν οι αυτόχθονες σ όλη την πορεία .

 

Στις Θερμοπύλες αποφάσισαν οι Έλληνες να δώσουν τη μάχη σώμα με σώμα .

Το ηθικό τους υψηλό , απ την ένδοξη νίκη τους στο Μαραθώνα .

Βλέποντας το πέρασμα κατειλημμένο ο Ξέρξης γέλασε δυνατά !

Μια χούφτα ανθρώπων θέλει να με κρατήσει ; είπε ειρωνικά !

 

Στέλνει πρεσβευτές δίνοντας προθεσμία τεσσάρων ημερών για παράδοση των όπλων.

Μολών λαβέ ! απαντά ο Λεωνίδας εκ μέρους όλων .

Πέρασε ο χρόνος κι αμέσως οι Μήδοι εισβάλλουν στο στενό .

Σιδερένιο τείχος η φάλαγγα ! Χτυπούν τα βέλη τους κι αναπηδούν στον ουρανό !

 

Η πρώτη επίθεση απέτυχε . Ο Ξέρξης αναπήδησε απ το θρόνο του με οργή !

Μπαίνουν στη μάχη οι αθάνατοι , μα γρήγορα κι αυτοί εξαναγκάζονται σε φυγή .

Πέρασε μια μέρα , δύο , τρεις... και πολλοί Πέρσες σκοτώθηκαν στη μάχη .

Αυτή την ώρα διάλεξε ο Εφιάλτης για να προδώσει το μονοπάτι .

 

Με το άναμμα των λυχναριών μια επίλεκτη ομάδα ξεκινά για το στενό των Θερμοπυλών .

Το γλυκοχάραμα θα αντίκρυζε από πλεονεκτική θέση τα νώτα των υπερασπιστών.

Πρώτος ειδοποίησε τους Έλληνες για το θάνατο και τη συμφορά ο μάντης Μεγιστίας ,

αφού παρατήρησε προσεκτικά τα σπλάχνα των σφαγίων της θυσίας .

 

Ή ταν ή επί τας για τους Σπαρτιάτες ο υπέρτατος νόμος και όρκος προς την πατρίδα .

Έπεσαν όλοι στο καθήκον με πρώτο το βασιλιά τους Λεωνίδα .

Πάνω απ τους τάφους των ηρώων στήθηκε μαρμάρινο λιοντάρι και η επιγραφή :

Ξένε , αν θα πας στη Σπάρτη πες ότι εμείς πέσαμε εδώ στο καθήκον μας πιστοί .

 

1.      *οργυιά = είναι το αρχαιότερο από την εποχή του Ομήρου μέτρο μήκους και είναι ίσο με την έκταση των χεριών μαζί με το πλάτος του στήθους

(~ 1,82 μ. )

2.    ** Σιμωνίδης ο Κείος ( 556 468 π.Χ. )

 

step_1c.jpg

epiloges_91.jpg

 


2 . Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΟΥ ΘΕΟΦΑΝΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΡΩΣΙΚΗΣ ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΑΣ -

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΣΤΟ ΝΟΒΓΚΟΡΟΝΤ

του Κωνσταντίνου Θώδη

Η ιστορία της ρωσικής αγιογραφίας αρχίζει πριν από 1000 περίπου χρόνια , όταν ο Μεγάλος πρίγκηπας οδήγησε με τις μεταρρυθμίσεις του τη Ρωσία του Κιέβου στην πολιτισμική τροχιά του Βυζαντίου. Οι σχέσεις της Ρωσίας με το Βυζάντιο και αργότερα ανάμεσα στην Ελλάδα και την ορθόδοξη Ρωσία , υπήρξαν στενές, αδελφικές και αδιάλειπτες μέχρι σήμερα , γιατί ζυμώθηκαν με την κοινή πνευματική κληρονομιά. Σύμφωνα με το παλαιό Μέγα Χρονικό , που αποδίδεται στο μοναχό Νέστορα , με τον εκχριστιανισμό των Ρώσων το 988 989 μ.Χ. και την επιρροή τους από το Βυζάντιο , έχουμε τη δημιουργία των πρώτων ανεξάρτητων ηγεμονιών και τις πρώτες θρησκευτικές παραδόσεις των Ρώσων. Σύμφωνα με το χρονικό αυτό , διάφορα σλαβικά φύλα επιβλήθηκαν με την πολιτική συγκρότησή τους στην περιοχή. Οι Σκανδιναβοί Varags γνωστοί ως Vikings και οι Ros διαμόρφωσαν τις πρώτες ισχυρές ηγεμονίες , ο Rurik στο Νόβγκοροντ και οι Askold και Dior στο Κίεβο. Κάτοχοι των ποτάμιων εμπορικών δρόμων του Βόλγα και του Δνείπερου , οι Ρως έρχονται σε εμπορικές επαφές με το Βυζάντιο και επιδίδονται συχνά σε ληστρικού χαρακτήρα επιδρομές. Μετά την κατάκτηση του Κιέβου από τον Oleg και τον Igor το 880 - 883 μ.Χ. , οι συνεχιζόμενες βυζαντινορωσικές εμπορικές σχέσεις ευνοούν τη διείσδυση του Χριστιανισμού. Αυτό , επισπεύδεται από το βάπτισμα της συζύγου του Igor , ηγεμονίδας του Κιέβου , Όλγας , το 967 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη, γεγονός που θεωρείται ως πρόδρομο του εκχριστιανισμού της χώρας. Ο Yaroslav ο Σοφός συνδέει το όνομά του με τη χρυσή εποχή του πολιτισμού του Κιέβου. Έδωσε στην πόλη τη μορφή μιας χριστιανικής πρωτεύουσας. Τον καθεδρικό ναό της Αγίας Σοφίας οικοδόμησε με Έλληνες που προσκάλεσε από την Πόλη. Η τέχνη του περίφημου αυτού μνημείου εντάσσεται στα μεγάλα μνημειακά έργα του πρώτου μισού του 11ου αι. Όσιος Λουκάς Φωκίδας , Νέα Μονή Χίου , Αγία Σοφία Αχρίδας κλπ. Τα τμήματα των μωσαϊκών από τη μονή του Αγίου Μιχαήλ της Χρυσής Στέγης , κοντά στο Κίεβο , του 1108, αντιπροσωπεύουν την πρώϊμη Κομνήνεια τέχνη , ενώ οι τοιχογραφίες του ναού της Κοίμησης της Θεοτόκου του 1189 και του ναού του Αγίου Δημητρίου του 1195 στο Κίεβο , είναι έργα Κωνσταντινουπολιτών ζωγράφων της τελευταίας περιόδου της Κομνήνειας ζωγραφικής 1 . Εισάγονται φορητές εικόνες από την Πόλη, όπως η εικόνα της Παναγίας Ελεούσας , = , γνωστή ως Θεοτόκος του Vladimir. Στην άλλη ηγεμονία, την κοιτίδα των Rurik , το Νόβγκοροντ , σήμερα Βελίκυι Νόβγκοροντ - συναντούμε τοιχογραφίες των αρχών του 12ου αι. , όπως ο Άγιος Νικόλαος της Αυλής και τα καθολικά των μονών του Αγίου Γεωργίου του 1119 και του Αγίου Ανδρέα του 1125 , που θεωρούνται έργα Ελλήνων ζωγράφων 2 .

Στις ρωσικές εκκλησίες το κάλλος της διακοσμήσεως ευρίσκεται σε απόλυτη αρμονία με τα χαρακτηριστικά της αρχιτεκτονικής. Το βλέμμα του πιστού σαγηνεύεται από το πλήθος των σκηνών , από το Ευαγγέλιο και από τις μορφές των Αγίων , με τις οποίες είναι εικονογραφημένοι οι τοίχοι και οι τρούλοι 3

Η ρωσική εικόνα αποτελεί μια από τις πλέον εναργείς διακηρύξεις του εθνικού θρησκευτικού πνεύματος. Διήκει δια μέσου των αιώνων και αντανακλά την εμπειρία της πνευματικής ζωής του εκκλησιαστικού πληρώματος , συνιστά δε , ενόραση δια του χρωστήρος 4 . Είναι χαρακτηριστικό , ότι από τους πρώτους αγίους της ρωσικής ορθοδοξίας είναι οι άγιοι εικονογράφοι Αλύπιος (+ 1114 ) και Γρηγόριος (+ 11ος αι. ) και οι δύο , μοναχοί της Λαύρας των Σπηλαίων του Κιέβου. Άλλοι εικονογράφοι άγιοι , ήσαν ο Μητροπολίτης Ρωσίας Πέτρος (+ 1326 ) , ο Αρχιεπίσκοπος Ροστώβ Θεόδωρος ( +1394 ) , ο όσιος Διονύσιος του Γκουσίτσκ (+ 1473 ) , ο όσιος Αντώνιος του Σέγια (+ 1556 ) και ο κορυφαίος όλων , ο όσιος (+1430 ) 5 . Οι τοιχογραφίες του 12ου αι. στη Νερέντιτσα του Νόβγκοροντ , στο Πσκώφ , στη Στάραγια Λάντογκα και στον Άγιο Δημήτριο του Βλαντίμιρ , αποτελούν επαναλήψεις των αριστουργημάτων της Κωνσταντινουπόλεως , ενώ στην Αγία Σοφία του Κιέβου διασώζονται εξαιρετικά δείγματα ψηφιδωτών. Η τέχνη των φορητών εικόνων καλλιεργήθηκε ιδιαίτερα και ενισχύθηκε από την παρουσία στη Ρωσία θαυματουργών βυζαντινών θεομητορικών εικόνων , όπως της Παναγίας του Βλαντίμιρ , της Παναγίας του Σμολένσκ Οδηγήτριας κ.ά. 6 Κατά την περίοδο της Μογγολικής κυριαρχίας , η αγιογραφία γνώρισε μεγάλη ακμή , κυρίως χάρις στην παρουσία στη Ρωσία του μεγάλου αγιογράφου Θεοφάνη του Έλληνα ( 1327 1410 ) . Ο Θεοφάνης ήταν ο καλλιτέχνης , ο οποίος με τα έργα του έφερε από το Βυζάντιο στη Ρωσία το κάλλος , το δραματικό τόνο και το πάθος , αλλά με μια πνοή πνευματικότητος 7 .

Bogomater

: .

Εικονογράφησε τους ναούς της Αγίας Σοφίας και της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος στο Νόβγκοροντ , Κοίμησης της Θεοτόκου στο Βλαντίμιρ , Κοίμησης της Θεοτόκου στο Βολότοβο και της Γέννησης της Θεοτόκου , Αρχαγγέλου Μιχαήλ και Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στη Μόσχα 8,9 . Ο υπήρξε δάσκαλος του μεγαλύτερου Ρώσου αγιογράφου, του οσίου (~13601430 ) , μοναχού της Λαύρας του Αγίου Σεργίου . Το πιο γνωστό έργο του οσίου Ανδρέα είναι η εικόνα της Αγίας Τριάδας - φιλοξενίας του Αβραάμ , η οποία σήμερα φυλάσσεται στην State Gallery Tretyakov της Μόσχας . O Ανδρέας Ρουμπλιώβ υπήρξεν απαράμιλλος εκπρόσωπος της αρχαίας ρωσικής τέχνης και κατέστη το πρότυπο πάντων σχεδόν των μεταγενεστέρων Ρώσων ζωγράφων και δη και κατ απόφασιν της Συνόδου των Εκατόν Κεφαλαίων ( 1551 ) 10 . Το 1405 ο όσιος Ανδρέας μνημονεύεται τρίτος μετά τον Θεοφάνη τον Έλληνα και τον Πρόχορο κατά την αγιογράφηση του ναού του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στο Κρεμλίνο , ενώ το 1408 , αγιογραφεί με τον συνεργάτη του Δανιήλ , το ναό της Κοίμησης της Θεοτόκου στο Βλαντίμιρ. Η κύρια συμβολή του Ανδρέα Ρουμπλιώβ έγκειται στην ισορροπημένη σύνθεση των διαφορετικών και κάποτε αντιτιθεμένων ρευμάτων και παραδόσεων της εποχής του , μέσα σε μια τέχνη που ενδιαφερόταν να εκφράσει πρωτίστως το καθολικό εκκλησιαστικό βίωμα και όχι προσωπικούς ή εθνικούς στοχασμούς και βιώματα 11 . Ο Ρουμπλιώβ χάρις στην αγνότητα του μοναχικού βίου και στη σωστή θεολογική του σκέψη , ανεδείχθη ο πλέον επιφανής εκφραστής της βυζαντινής ζωγραφικής παραδόσεως 12 .

O Θεοφάνης ο Έλληνας με την έντονα εκφραστική και μυστικιστική τεχνοτροπία του οδήγησε την Παλαιολόγεια παράδοση της Κωνσταντινουπολίτικης τέχνης σε μια ακραία μορφή 21 . Από τον σύγχρονό του Ρώσο ζωγράφο , μοναχό Επιφάνιο , προέρχονται οι πληροφορίες της καλλιτεχνικής δραστηριότητας του Θεοφάνη στην Πόλη , πριν την εγκατάστασή του στο Νόβγκοροντ. Από τις 5 εκκλησίες που ζωγράφησε εκεί , σώζεται η τοιχογραφική διακόσμηση μόνο του ναού της Μεταμόρφωσης του 1378. Ύστερα από μακρόχρονη παραμονή στο , όπου εκτός από χειρόγραφα , διακόσμησε με τοιχογραφίες και ιδιωτικό ανάκτορο με μια πανοραμική άποψη της Μόσχας , μετέφερε το εργαστήριό του στη Μόσχα. Οι εικόνες της Δέησης που μετέφερε ο Ιβάν ο Τρομερός - στο ναό του Ευαγγελισμού στο Κρεμλίνο , πιθανόν από την , όπου εργάστηκε ο Θεοφάνης , αποδίδονται στον Θεοφάνη. Ο - - Θεοφάνης ο Έλληνας εργάστηκε στο , το , ενδεχομένως και στην και το 13 , 26. Σε αυτόν αποδίδονται εκτός από την εικόνα της Δέησης στο ναό του Ευαγγελισμού στο Κρεμλίνο και οι εικόνες του Σωτήρος , της Θεομήτορος , του Ιωάννου του Βαπτιστή , του Αρχάγγελου Γαβριήλ , του Αποστόλου Παύλου και του Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Ίχνη αυτής της τεχνοτροπίας παρατηρούνται και στις μορφές των Αρχαγγέλου Μιχαήλ και του Μεγάλου Βασιλείου 14 . Στο εργαστήριο του Θεοφάνη και κατά ορισμένους ερευνητές στον ίδιο αποδίδονται οι εικόνες της Παναγίας του Δον και της Κοίμησης της Θεοτόκου ( 1380 ή 1392 ) , της Τετραμερούς και της Μεταμόρφωσης στο σήμερα βρίσκονται στην - και το χειρόγραφο του Ευαγγελίου για τον ευγενή Ը 1392 περίπου,Κρατική Βιβλιοθήκη της Μόσχας. 15 Τα έργα του Θεοφάνη χαρακτηρίζει το πάθος των πνευματικών μορφών , η δυναμική του δράματος , η πρωτοτυπία του μηνύματος , η τολμηρή ζωγραφική σε συνδυασμό με την τέχνη της πλαστικής των γείσων και η σαφήνεια των γραμμών και των σχεδίων. Η δημιουργικότητα και η προσωπικότητα του Θεοφάνη είχαν μεγάλη αξία στην Αρχαία Ρωσία - , όπου ονομαζόταν φιλόσοφος . Ίδρυσε μετά το και στη εργαστήριο , όπου τόνωσε τη δραστηριότητα των τοπικών ζωγράφων , ιδιαίτερα του και επέβαλε το δικό του στυλ. 16 , 17 . Το πρώτο έργο του στη Ρωσία , όπως προαναφέραμε ήταν οι τοιχογραφίες μιας εκ των εκκλησιών στο , του ναού της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος στην οδό , που χτίστηκε το 1374. Εκεί , ο Θεοφάνης ολοκλήρωσε τις αγιογραφίες το καλοκαίρι του 1378 18 . Επίσης, στην ίδια οδό εργάστηκε και σε σπίτια με πιο χαρακτηριστική την εργασία του με ανάδοχο τον ευγενή . Οι τοιχογραφίες στο ναό διατηρούνται εν μέρει στο θόλο απεικονίζεται ο Παντοκράτορας ως Κριτής που περιβάλλεται από μια τετράδα Σεραφείμ. Στους τοίχους και εκατέρωθεν απεικονίζονται οι μορφές των προπατόρων : Αδάμ , Άβελ , Νώε , Σιράχ , Μελχισεδέκ , Ενώχ , Ηλίας και Ιωάννης ο Βαπτιστής . Στην καμάρα βρίσκεται το προσευχητάρι των δωρητών ως μικρό παρεκκλήσι με 5 στήλες και η Τριάδα , ενώ η καμάρα συμπληρώνεται με τις εικόνες του Ιωάννη της Κλίμακος , του Αγάθωνα , του Ακακίου και του Μακαρίου. Σε κάθε έναν από τους Αγίους , ο Θεοφάνης προσδίδει βαθιά ατομικά και σύνθετα ψυχολογικά χαρακτηριστικά. Ταυτόχρονα , όλοι τους , ο σοφός Νώε , ο προφήτης Ηλίας με απειλητικό ύφος , έχουν κάτι κοινό που τους ενώνει : είναι άνθρωποι με ισχυρό πνεύμα , επίμονη φύση , άνθρωποι που βασανίζονται από αντιφάσεις και βρίσκονται βυθισμένοι σε ένα σκληρό αγώνα με τα ανθρώπινα πάθη. Ιδιαίτερα εκφραστική είναι η φιγούρα του αγγέλου στο κέντρο , που τονίζεται από εσωτερικές εντάσεις 19 , 23 . Οι εικόνες του Θεοφάνη χαρακτηρίζονται από μια τεράστια δύναμη με συναισθηματικό αντίκτυπο , όπου ηχεί το τραγικό πάθος. Οι αγιογραφίες του δημιουργήθηκαν με βάση τη γνώση της ζωής και της ψυχολογίας του ανθρώπου . Σε αυτές διακρίνεται μια βαθιά φιλοσοφική έννοια , μια σαφής αίσθηση του νου , το πάθος και η εκδηλωτική ιδιοσυγκρασία του δημιουργού 20,28 . Οι τοιχογραφίες της Μεταμορφώσεως είναι ένα πολύτιμο έργο μνημειακής τέχνης του που έχουν επηρεάσει το έργο πολλών καλλιτεχνών. Κοντύτερα σ αυτόν , βρίσκονται οι αγιογραφίες στις εκκλησίες του Αγίου Θεόδωρου του Στρατηλάτη και της Κοίμησης της Θεοτόκου στο , πιθανόν έργα μαθητών του Θεοφάνη. Στο έργο του Θεοφάνη εκφράζονται πλήρως και βρίσκουν την τέλεια ενσάρκωσή τους οι δύο πόλοι της βυζαντινής πνευματικής ζωής : η κλασική αρχή με βασικό σύνθημα τη γήινη ομορφιά ως δημιούργημα του Θεού και η προσπάθεια για πνευματική άσκηση 24 . Ο βυζαντινός αγιογράφος βρήκε στη Ρωσία ένα δεύτερο σπίτι. Το πάθος για την εμπνευσμένη τέχνη του ήταν σύμφωνο με την πνευματική αισθητική του ρωσικού λαού και είχε άμεση επίδραση στους σύγχρονους του Θεοφάνη καθώς και στις επόμενες γενιές των Ρώσων καλλιτεχνών 22. Μετά την άγρια τραγικότητα μέσω της ασκητικής απάρνησης του πολυμορφικού και πολύχρωμου κόσμου , που διαπερνά την ύλη και χαρακτηρίζει την τέχνη του Θεοφάνη του Έλληνα , ο Aνδρέας Ρουμπλιώβ εισάγει μια γαλήνια απλότητα που βρίσκεται πιο κοντά στη ρωσική ιδιοσυγκρασία 25.

propatores

: , , 1378, , .

Αναφέρουμε μικρά αποσπάσματα από τις προσφωνήσεις του Μακαριώτατου Πατριάρχη Πασών των Ρωσιών κ.κ. Κυρίλλου και του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ.κ. Ιερώνυμου , κατά την τελευταία επίσκεψη του δευτέρου στη Μόσχα : Σας υποδεχόμαστε ως εκπροσώπους της ένδοξης Ελλάδας , όπου στον Άρειο Πάγο , ο Απόστολος Παύλος κήρυξε στους ειδωλολάτρες την εν αληθεία λατρεία του αγνώστου Θεού ( Πράξεις 17.23 ) και απ όπου αναχώρησαν οι Άγιοι Θεσσαλονικείς Ισαπόστολοι αυτάδελφοι Κύριλλος και Μεθόδιος , προκειμένου δια του έργου τους να λάβουν οι Σλαβικοί λαοί αλφάβητο και γραφή και ταυτόχρονα την Αγία Γραφή μαζί με τα υψηλά δείγματα της ελληνικής πατερικής σκέψεως. Ανεξάλειπτη άφησαν τη σφραγίδα τους ο Άγιος Φώτιος και λοιποί Έλληνες Μητροπολίτες της Ρωσίας , ιδρυτής της σχολής αγιογραφίας Θεοφάνης ο Γραικός αυτάδελφοι Λειχούδη , ιδρυτές της Θεολογικής Ακαδημίας της Μόσχας , Αρχιεπίσκοπος Ελασσώνος Αρσένιος , Αρχιεπίσκοποι Ευγένιος Βούλγαρης και Νικηφόρος Θεοτόκης Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ρωσίας υιοθέτησε και επανεξέτασε δημιουργικά την πλούσια πνευματική και πολιτιστική παράδοση του Βυζαντίου . Αντιφωνώντας ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών ανέφερε : Η ιστορική αυτή Ιερά Μονή , όπου μόλις τελέσαμε δοξολογία προς τον Τριαδικό Θεό και όπου εκοιμήθη εν Κυρίω και ετάφη ο επιφανής ιεράρχης Νικηφόρος Θεοτόκης , ο οποίος μαζί με τους Μάξιμο Γραικό Αρσένιο Ελασσώνος , Ευγένιο Βούλγαρη και πλειάδα άλλων Ελλήνων , σφυρηλάτησαν τους αδελφικούς εν Χριστώ δεσμούς των δύο λαών μας 27 .

Παραθέτουμε ως επίλογο του πονήματός μας το ποίημα της κ. Εκατερίνα Καλτσιόβα - Τσάρεβα 30 Ύμνος στο Μέγα Νόβγκοροντ το οποίο εξυμνεί την ιστορία και την παράδοση αυτής της πάλαι ποτέ κραταιάς πόλης του ρωσικού ορθόδοξου βορρά :

Ύμνος στο Μέγα Νόβγκοροντ

 

Μέγα βαφτίστηκες αναμφίβολα στους αιώνες

αγαπημένο παραδόσεων, θρύλων και μύθων !

Μονοπάτι καραβιών απ τους Βαράγγους στους Έλληνες

έγινες σύμβολο ειρηνικών εμπορικών άθλων .

 

Ένδοξη πατρίδα της γλυκιάς Ρωσίας

της αρχαίας Ίλμεν * πόλη μουσείο !

Κι όποιος μας έρχεται χωρίς σπαθί το περιστέρι της Σοφίας *

κάτω απ τη σκέπη του , τον υποδέχεται σαν φίλο !

 

Πάντα έβλεπες τη σοφία του Θεού :

μας φώτιζες με τη φλόγα του διαφωτισμού

απ τις παλιές περγαμηνές της μπεριόζας *

ως τις σύγχρονες σπουδαίες νίκες της επιστήμης .

 

Ένδοξη πατρίδα της γλυκιάς Ρωσίας

της αρχαίας Ίλμεν πόλη μουσείο !

Κι όποιος μας έρχεται χωρίς σπαθί το περιστέρι της Σοφίας

κάτω απ τη σκέπη του , τον υποδέχεται σαν φίλο !

 

Το επιβλητικό σου Φρούριο * πάνω απ τα κύματα του Βόλχοβου * -

μεγαλείο ειρηνικών και πολεμικών καιρών ...

Μέσα στο διάβα των αιώνων , σαν κώδωνας κινδύνου

ζητάει την εκπλήρωση νέων νικών !

 

Ένδοξη πατρίδα της γλυκιάς Ρωσίας

της αρχαίας Ίλμεν πόλη μουσείο !

Κι όποιος μας έρχεται χωρίς σπαθί το περιστέρι της Σοφίας

κάτω απ τη σκέπη του , τον υποδέχεται σαν φίλο ! 29

 

*Ίλμεν . : η μεγαλύτερη λίμνη γλυκού νερού στην περιοχή του Νόβγκοροντ. Μεγάλη και όμορφη. Είναι ρηχή, αλλά εκτεταμένη. Στη λίμνη εκβάλλουν 50 ρυάκια και ρέματα και

ακολουθεί ένας ποταμός, ο ποταμός Βόλχοβ. Στη θέση αυτή βρίσκεται χτισμένη η πόλη του Νόβγκοροντ. Στην αρχαιότητα η λίμνη ονομαζόταν Σλοβενική Θάλασσα .

*Σοφίας : Το 1045 ο πρίγκηπας Βλαδίμηρος ξεκίνησε την κατασκευή στο Κρεμλίνο του Ναού της Αγίας Σοφίας, του κύριου ναού της πόλης του Μεγάλου Νόβγκοροντ.

Χρειάστηκαν 7 χρόνια για να ολοκληρωθεί ο ναός. Εκεί χειροτονήθηκε ο πρίγκηπας το 1052. Μετά τη χειροτονία του, έζησε λιγότερο από ένα μήνα και ετάφη στο νεόκτιστο ναό .

*Μπεριόζα : Γένος φυλλοβόλων δένδρων και θάμνων. Ευρεία διαδεδομένη στη Ρωσία. Στο αρχαίο Νόβγκοροντ το φλοιό της τον ονόμαζαν περγαμηνή μπεριόζας και χρησιμοποιήθηκε

ως πρωτογενές υλικό γραφής.

*Φρούριο (= ) : Φρούριο του Μεγάλου Νόβγκοροντ. Βρίσκεται στην αριστερή όχθη του ποταμού Βόλχοβ. Πρώτη αναφορά σε αυτό αναφέρεται το έτος 1044.

*Βόλχοβο . : ποτάμι που διαρρέει την πόλη του Νόβγκοροντ και χύνεται στη λίμνη Ίλμεν. Σύμφωνα με την αρχαία παράδοση, ο ποταμός πήρε το όνομά του από το μάγο Βόλχα,

μεγαλύτερο γιο του πρίγκηπα Σλόβεν.

 

Β Ι Β Λ Ι Ο Γ Ρ Α Φ Ι Α

  1. Εφημερίδα Καθημερινή , Οι πύλες του μυστηρίου , 7 Ημέρες , 08.05.1994 , σελ.5
  2. Εφημερίδα Καθημερινή ο. π. σελ.6
  3. Δεληκωστόπουλου Αθ. Οι σάλπιγγες της Ιεριχούς , σελ.74
  4. ο. π. σελ.77
  5. Μάρκου Αντ. Το ρωσικό αγιολόγιο , γενικά
  6. Περιοδικό Ορθόδοξη μαρτυρία , Ρωσικές εικόνες της Θεοτόκου, τ.56 , 1998
  7. Δεληκωστόπουλου Αθ. , ο. π. σελ.79
  8. Alpatov M. V. Theophanes the Greek , Moscow 1990
  9. Σαρδελή Κ. Θεοφάνης ο Έλληνας , περιοδικό Σύναξη , τ.28 , 1998 , σελ.61-64
  10. Βλασίου Ιω. Φειδά Ιστορία της Εκκλησίας της Ρωσίας από την ίδρυσή της μέχρι και σήμερα , Έκδοση : Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 2005, σελ. 182-183
  11. Σκλήρη Σταμ. Αντρέι Ρουμπλιώβ , ο Άγιος της ρωσικής εικονογραφίας , περιοδικό Σύναξη , τ.28 , 1988 , σελ.57
  12. Δεληκωστόπουλου Αθ. , ο. π. σελ.81
  13. .. , 1961
  14. . . , : . 24 ,
  15. . . , 1979
  16. .. ʠ , , , 1958 , . 565-568
  17. .. Π XIV . . . 11 , , 1980 , . 135-160
  18. .. . , 1983
  19. .. . , , , . , 1983 , . 248-270
  20. .. . 1984 , . 7-25
  21. .. , . , 2005 , .443-450
  22. .. Π , . , 1966
  23. .. 1968 , .58-87
  24. .. XVI , 1983 , .93
  25. .. . , 1976
  26. .. Π , 廠 . , 1958 , .10-22
  27. http://www.imkythiron.gr/eidiseis/teleutaia/silleitourgo-patriarxi-mosxas-me-arxiepiskopo-ieronimo.html
  28. http://www.feofan-grek.ru/novgorod-21.php
  29. http://www.ktdrus.gr/index.files/translation-2.html
  30. http://www.stihi.ru/avtor/zarowa

 

epiloges_91.jpg

 

 

4 . ( . ρόδοτος ) - . 485 - . 424 ..

 

 

gerodot_st.jpg

, (Αλικαρνασσός), , , . , , , , . , , , , , , . 446 . . (Αθήνα), ; (Ιστορία) , , . 444 . . (Φούριο) (Μεγάλη Ελλάδα) (Σύβαρις).

, , , , . , . . , . 

, , , . - , , , . , , , , - , -, (431-404 . ..) 

, , , . , - , . , , , , . , " " . "" - , , 550 479 .., . 

. , , , "" , , , , , . , , , , , . . 

, "" - (499-479 . . .) ,   . , , "" ( ) I-V - , VI-IX , ( VII) , 480-479 . .. VII "" , (489-479) 499 . .., VI , VII , , . 

, , , . , , , , . , "" .

"" VII,   (), , .  , , , , . 

I-IV. , , , . , , , ,

III , ( ) ; ; , . , , ,   - ; .  IV , , ,  , , . 

, .. , . . , , , - . . , , , , , , , , , - . 6- .. . , , , - 490 ( ) 480 ( ). 

"" .   , , , , .  , , . , , , , , .

. , , - , , . , , . 512 . .. IV , , , . , , , , - , .

, . , , , , , . : , , : , , . , ( , , ), (.. ). . : . : , . , , , , . , , . , , , , . , , . , . . , . ; (, , IV, 56; . : . 101).

, , (, ), , , , , . : , , . , , . , , .

.. , , . , ( ), ... () , , ( ) ( ) (), . , , , , , , , (, , IV, 99, 100; . : . 139141). , (2), . . - . - 266 . . , , , -. .

:

http://www.greek.kulichki.com

http://www.simposium.ru

http://www.slavyanskaya-kultura.ru

epiloges_91.jpg

 

blue-bar.gif READ ISSUE 4